Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Iστορικό άρθρο για την ανάδειξη του Μακαρίου ως ηγέτη



Η ανάδειξη του Μακαρίου ως ηγέτη
Η εκλογή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο σηματοδότησε το απόγειο των ενωτικών διεκδικήσεων και μια νέα φάση του Κυπριακού
Της Αναστασίας Γιάγκου
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr)
Τον Ιανουάριο του 1950, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου διοργάνωσε δημοψήφισμα, το οποίο κατέδειξε την επιθυμία της συντριπτικής πλειοψηφίας του κυπριακού ελληνισμού (95,7%) για ένωση με την Ελλάδα.
Στη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτισε ο νεαρός επίσκοπος Κιτίου και Γραμματέας του Γραφείου Εθναρχίας, Μακάριος (κατά κόσμον Μιχαήλ Μούσκος). Οταν τον Ιούνιο του 1950 ο γηραιός αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄ απεβίωσε, ο επίσκοπος Κιτίου εξελέγη στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, στην ουσία χωρίς ανθυποψήφιο, εφόσον ο βασικότερος ανταγωνιστής του, ο επίσκοπος Κυρηνείας Κυπριανός, απουσίαζε στο εξωτερικό επικεφαλής εθνικής πρεσβείας, η οποία θα γνωστοποιούσε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Η άνοδος του Μακαρίου Γ΄, ενός χαρισματικού, δημοφιλούς και δυναμικού νέου (ήταν μόλις 37 ετών), σε μια εποχή όπου οι ενωτικές διεκδικήσεις έφταναν στο απόγειό τους, σηματοδότησε μια νέα φάση του Κυπριακού Ζητήματος.
Αδιάλλακτη στάση προς τους Βρετανούς
Η συστηματική αναδιοργάνωση της Εθναρχίας αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό των πρώτων χρόνων της θητείας του Μακαρίου. Η αναδιοργάνωση ενίσχυσε την προσπάθεια της Δεξιάς για επιβολή στον αγώνα για την κυριαρχία της τοπικής πολιτικής σκηνής έναντι της Αριστεράς και του ΑΚΕΛ. (Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού). Πράγματι, ο Μακάριος προχώρησε στην ίδρυση ενός Εθναρχικού Συμβουλίου (λειτουργούσε σαν είδος συνέλευσης) αποτελούμενο από τριάντα μέλη, το οποίο δρούσε παράλληλα με το Γραφείο Εθναρχίας (λειτουργούσε ως εκτελεστικό σώμα). Επίσης, o νέος αρχιεπίσκοπος ενίσχυσε τους δεσμούς της Εθναρχίας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της Δεξιάς, δηλαδή με τη ΣΕΚ (Συνομοσπονδία Εργατών Κύπρου), αλλά και με την οργάνωση των αγροτών ΠΕΚ (Παναγροτική Ενωση Κύπρου). Ιδιαίτερα καινοτόμο υπήρξε το ενδιαφέρον του για την οργάνωση της νεολαίας. Υπό την καθοδήγησή του, ιδρύθηκε το 1951 η Παγκύπριος Εθνική Οργάνωσις Νέων (ΠΕΟΝ), η οποία μαζί με την ΟΧΕΝ (Ορθόδοξος Χριστιανική Ενωσις Νέων) απετέλεσαν τους φορείς για τη διάδοση εθνικών ιδεωδών ανάμεσα στους νέους. Ετσι, με την αναδιοργάνωση του εσωτερικού εθνικού μετώπου, ο Μακάριος πέτυχε να έχει καλύτερη επαφή με την κοινή γνώμη και έδωσε στις ενωτικές διεκδικήσεις τη μορφή ενός μαζικού κινήματος ικανού να φέρει τη βρετανική αποικιακή διοίκηση σε αμηχανία.
Ουδεμία συνεργασία
Επιπλέον, ο Αρχιεπίσκοπος προέτρεψε τους Ελληνοκυπρίους να μη συνεργάζονται με τους Βρετανούς. Η πολιτική του στόχευε να καταδείξει ότι οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούσαν την ένωση και όχι έναν οποιοδήποτε συμβιβασμό. Ετσι, η Εθναρχία κατήγγειλε την εξαγγελία αναπτυξιακών έργων ως προσπάθεια αποπροσανατολισμού του πληθυσμού από το ενωτικό θέμα. Παρόμοια, όταν ο Κυβερνήτης Andrew Wright ανακοίνωσε με περηφάνια την εξάλειψη της ελονοσίας από το νησί τον Ιανουάριο του 1950, οι Κύπριοι ερμήνευσαν την ανακοίνωση ως προσπάθεια αποπροσανατολισμού από το δημοψήφισμα. Τέτοια αντίδραση αναπόφευκτα προκάλεσε την οργή του Κυβερνήτη. Ηταν ακόμα ένα επεισόδιο που έδειχνε το βάθος της ψυχολογικής διάστασης ανάμεσα σε Βρετανούς και Ελληνοκυπρίους. Η αντίθεση της Εθναρχίας προς τα σχέδια του Κυβερνήτη κορυφώθηκε, αργότερα, στον τομέα της εκπαίδευσης. Παράλληλα όμως σκλήρυνε και η βρετανική στάση με συνεπακόλουθο την ενίσχυση της νομοθεσίας καταστολής τον Ιανουάριο του 1951. Γενικά, η αδιάλλακτη στάση που υιοθέτησε ο Μακάριος απέναντι στους Βρετανούς τού προσέδωσε κύρος και τον βοήθησε να αποκτήσει μια κεντρική θέση στην ελληνοκυπριακή πολιτική σκηνή, η οποία με τη σειρά της του επέτρεψε να αγνοεί τις εκκλήσεις της Αριστεράς για συνεργασία στο ενωτικό ζήτημα. Αναντίρρητα, στην τελική επικράτηση της Δεξιάς στην πολιτική ζωή της Κύπρου συνετέλεσαν και τα πολλαπλά αδιέξοδα που αντιμετώπιζε η κυπριακή Αριστερά, τα οποία έγιναν ιδιαίτερα έντονα στην περίοδο που ακολούθησε το ναυάγιο της Διασκεπτικής το 1948.
Παράλληλα, ο Μακάριος έστρεψε την προσοχή του στη διεθνή σκηνή. Στις 13 Μαρτίου 1951 επισκέφθηκε την Αθήνα για πρώτη φορά υπό τη νέα του ιδιότητα. Ηταν η αρχή μιας σειράς επισκέψεων και επαφών με τις ελληνικές κυβερνήσεις, με στόχο να πείσει για την ανάγκη προσφυγής στον ΟΗΕ με αίτημα την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο. Την προσπάθεια στήριξε η Εκκλησία της Ελλάδος (είχε ήδη ιδρυθεί το 1950 η Πανελλήνιος Επιτροπή Αγώνος Ενώσεως Κύπρου - ΠΕΑΕΚ, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος), ο Τύπος και η γενικότερη κοινή γνώμη. Ομως, οι ασταθείς ελληνικές κυβερνήσεις συνασπισμού του Κέντρου φάνηκαν απρόθυμες να προωθήσουν ένα αίτημα το οποίο θα έφερνε τη χώρα σε αντιπαράθεση με τη Βρετανία, σε μια εποχή που η Ελλάδα επιδίωκε να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Ούτε και οι ΗΠΑ ενέκριναν αυτή την προοπτική αφού, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, μια αντιπαράθεση των συμμάχων του ΝΑΤΟ για το θέμα θα ωφελούσε τους Σοβιετικούς. Ο ίδιος ο Μακάριος πάντως πίστευε ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη για να ασκήσει πίεση. Μέχρι το 1951 οι Βρετανοί είχαν ήδη ξεκινήσει τη σταδιακή αποχώρηση από την αυτοκρατορία τους (για παράδειγμα αποχώρησαν από την Ινδία και την Παλαιστίνη). Με αυτά τα δεδομένα, ο Μακάριος πίστευε ότι η αποχώρηση των Βρετανών από την Κύπρο ήταν εφικτή. Αντίθετα προς αυτές τις ελπίδες, τα διεθνή γεγονότα του πρώτου μισού της δεκαετίας του 1950, αύξησαν παρά μείωσαν τη στρατηγική σημασία της Κύπρου για τους Βρετανούς, πολύ απλά επειδή πλέον το νησί αποτελούσε το μόνο υπό την κυριαρχία τους έδαφος στη Μέση Ανατολή και συνεπακόλουθα δεν ήταν διατεθειμένοι να προβούν σε περαιτέρω υποχωρήσεις. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που πρέπει να ερμηνευθεί η αυξανόμενη ακαμψία της βρετανικής πολιτικής.
Η ιδέα του ένοπλου αγώνα
Σε μεγάλη συγκέντρωση που έγινε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να διαπραγματευτεί με τους Βρετανούς για την κυπριακή υπόθεση και σε περίπτωση που μια τέτοια προσέγγιση δεν έβρισκε ανταπόκριση, να προσφύγει στον ΟΗΕ. Ο Ελληνας πρωθυπουργός, Σοφοκλής Βενιζέλος, ήταν αρνητικός στην προοπτική διεθνοποίησης του Κυπριακού, όμως μπροστά στις πιέσεις του Αρχιεπισκόπου και της κοινής γνώμης κάλεσε στις 21 Μαρτίου συμβούλιο των αρχηγών των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Το συμβούλιο συμφώνησε να προτείνει στους Βρετανούς ότι αν παραχωρούσαν την Κύπρο στην Ελλάδα (σε «λογικό» χρονικό διάστημα) θα είχαν ως αντάλλαγμα μία βάση στην Ελλάδα και μία στην Κύπρο. Αλλά και σε περίπτωση που αυτό δεν θα ήταν δυνατόν, το Λονδίνο θα έπρεπε να ξεκαθαρίσει ότι θα συζητούσε το θέμα στο μέλλον. Οι Βρετανοί απέρριψαν την πρόταση. Στο μεταξύ, ο Μακάριος συναντήθηκε με τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα, Clifford Norton, στις 27 Μαρτίου, στον οποίο ανέπτυξε τις απόψεις του. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Αρχιεπίσκοπος δεν φαίνεται να θεωρούσε τις αντιδράσεις της Τουρκίας ως παράγοντα επιβαρυντικό για την εξέλιξη του Κυπριακού Ζητήματος. Πλέον όμως, το τουρκικό ενδιαφέρον άρχισε να εκδηλώνεται εντονότερα. Στις 21 Απριλίου 1951, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Mehmet Fuat Köprülü δήλωσε ότι η Κύπρος είχε ζωτική σημασία για την Τουρκία και ότι τυχόν αλλαγές στο νησί δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς να έχει λόγο η χώρα του. Μερικές μέρες νωρίτερα, στις 6 Απριλίου, ο Μακάριος δήλωσε ότι οι Κύπριοι ήταν αποφασισμένοι να ακολουθήσουν τον δρόμο της διεθνοποίησης.
Εξέλιξη καθοριστική ήταν επίσης η συνάντηση του Μακαρίου στην Αθήνα με τον Σωκράτη Λοϊζίδη (πρώην γραμματέας ΠΕΚ, εξόριστος με αφορμή το ενωτικό δημοψήφισμα). Ο αδελφός του Σάββας εκπροσωπούσε την Εθναρχία στην Αθήνα. Ο Λοϊζίδης μετέφερε στον Αρχιεπίσκοπο την ιδέα για ένοπλο αγώνα. Ο Μακάριος έδωσε συγκατάθεση για το εγχείρημα, η στρατιωτική ηγεσία του οποίου τελικά ανατέθηκε στον Γεώργιο Γρίβα. Ο τελευταίος πραγματοποίησε αναγνωριστική επίσκεψη στο νησί τον Ιούλιο του 1951. Σε αυτό το πρώιμο στάδιο ο Αρχιεπίσκοπος φαίνεται ότι προσανατολιζόταν περισσότερο σε επιχειρήσεις δολιοφθοράς παρά στη διεξαγωγή ανταρτοπολέμου. Αργότερα όμως οι εξελίξεις θα οδηγήσουν στη λήψη απόφασης για ένοπλο αγώνα. Πράγματι, με την επιστροφή των Συντηρητικών στο πηδάλιο της βρετανικής ηγεσίας το φθινόπωρο του 1951, η στάση των Βρετανών θα γίνει περισσότερο άκαμπτη. Ηδη τον Νοέμβριο, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Anthony Eden ξεκαθάρισε με έντονο ύφος στον Ελληνα υφυπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα, ότι δεν υπήρχε θέμα Κύπρου. Αναπόφευκτα, η βρετανική ακαμψία και η επιμονή του Μακαρίου για διεθνοποίηση (επιμονή η οποία θα τον φέρει τελικά σε ρήξη με τις ελληνικές κυβερνήσεις) θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια μετωπική σύγκρουση με τη βρετανική πλευρά.

* Η δρ Αναστασία Γιάγκου είναι ειδικός επιστήμονας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.