Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Άρθρο του Foreign Affairs για το σχέδιο της May για το Brexit


Το σχέδιο της May για το Brexit
Στρατηγικές για την έξοδο από την ΕΕ
Tim Cullen
(Πηγή : http://foreignaffairs.gr/)
Στις 3 Αυγούστου του 1914, το βράδυ πριν από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, σερ Έντουαρντ Γκρέι, παρατήρησε περίφημα ότι «Τα φώτα κλείνουν σε όλη την Ευρώπη˙ εμείς δεν θα τα δούμε να ανάβουν και πάλι στην διάρκεια της ζωής μας».
Αμέσως μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, στο οποίο το 52% των Βρετανών ψήφισαν για να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πολλοί μεταξύ των Βρετανών ψηφοφόρων θεώρησαν ότι τα φώτα της οικονομικής ολοκλήρωσης είχαν σβήσει και ότι οι σκοτεινοί καιροί έρχονται για το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η πυρετική, αρχική ατμόσφαιρα στο Westminster μετά το δημοψήφισμα ήταν γεμάτη με αντεγκλήσεις σχετικά με την τοξική εκστρατεία για το δημοψήφισμα και τα ρήγματα εντός της κυβέρνησης. Μια βασική αρχή των διαπραγματεύσεων είναι να υπάρχει ενότητα στην πλευρά κάποιου, και αυτό έλειπε οδυνηρά -μια δυσοίωνη βάση για την συμμετοχή σε αυτό που θα είναι η πιο σημαντική και περίπλοκη διαπραγμάτευση στην ιστορία της χώρας.
Αλλά εν μέσω της αναταραχής, υπήρχαν κάποια θετικά σημάδια. Ένας νέος ηγέτης των Συντηρητικών, η Theresa May, αναδύθηκε από το πολιτικό χάος και γρήγορα έδειξε ότι διαθέτει το είδος του ατσαλιού που πολλά μέλη του κόμματος θαύμαζαν στην μοναδική προηγούμενη γυναίκα πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου, την Μάργκαρετ Θάτσερ. Αναλαμβάνοντας την πρωθυπουργία τον Ιούλιο, η Μέι απέρριψε δυνητικά διαφωνούντες υπουργούς και όρισε ένα λεπτά ισορροπημένο νέο υπουργικό συμβούλιο. Παρά το γεγονός ότι η ίδια ευνοούσε την παραμονή στην ΕΕ, επινόησε το σύνθημα «Brexit σημαίνει Brexit» και με σύνεση ονόμασε έναν πρώην υφυπουργό για την Ευρώπη και υπέρμαχο του «εκτός», τον David Davis, ως υπουργό για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο νέος υπουργός για το Διεθνές Εμπόριο, Liam Fox, είναι ένας άλλος υπέρμαχος του Brexit, όπως είναι και ο πιο αμφιλεγόμενος διορισμός της Μέι: Ο Boris Johnson ως υπουργός Εξωτερικών.
Σχολιαστές από όλο τον κόσμο, για να μην αναφέρουμε τον Γάλλο Υπουργό Εξωτερικών, Jean-Marc Ayrault, έσπευσαν να απορρίψουν αυτόν τον τελευταίο διορισμό, παραθέτοντας μερικές από τις γκάφες του Τζόνσον, που είναι το «εμπόρευμα» αυτού του πρώην δημάρχου του Λονδίνου και αρθρογράφου εφημερίδων [ 1]. Αλλά ο διορισμός του μπορεί να αποδειχθεί μια έξυπνη κίνηση. Ο Johnson, ο οποίος ηγήθηκε με επιτυχία την εκστρατεία υπέρ του Brexit, κάνει διάκριση μεταξύ της αντίθεσης στην ηγεμονία της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και στην επιδίωξη ευρύτερων σχέσεων με τις ευρωπαϊκές χώρες. «Υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ της εξόδου από την ΕΕ και των σχέσεών μας με την Ευρώπη», είπε, «οι οποίες, αν μη τι άλλο, πρόκειται να ενταθούν και να οικοδομηθούν σε διακυβερνητικό επίπεδο». Είναι ένας ρεαλιστής πολιτικός που δεν προέρχεται από την ακραία «ευρωσκεπτικιστική» πτέρυγα του κόμματός του και είναι πάρα πολύ δημοφιλής σε ένα ευρύ φάσμα του πληθυσμού. (Μια δημοσκόπηση τον Μάιο του 2016 [2], αποκάλυψε ότι το 52% των Λονδρέζων εγκρίνουν την απόδοσή του ως δήμαρχος, αν και μια μετά το δημοψήφισμα [3] δημοσκόπηση [3] έχει δείξει κάποια πτώση στην δημοτικότητά του). Η Μέι το αναγνωρίζει αυτό και, χωρίς αμφιβολία, θα περιμένει από αυτόν να εμπλακεί επισταμένα με ξένους ηγέτες και, τελικά, να βοηθήσει να «πωληθεί» η τελική συμφωνία για το Brexit εγχωρίως.
Αν και οι αψιμαχίες μεταξύ του Fox και του Johnson που έχουν προκύψει πρόσφατα θα μπορούσαν να απειλήσουν την ανάγκη της βρετανικής κυβέρνησης να δείξει ένα ενιαίο μέτωπο έναντι της Ευρώπης, η Μέι δεν είναι μια ανόητη πολιτικός, και είναι απίθανο να ανεχθεί αυτούς τους εσωτερικούς διαπληκτισμούς. Ήταν αξιοσημείωτο ότι έδειξε υποστήριξη προς τον Τζόνσον, αφήνοντάς τον υπεύθυνο όταν τόσο η ίδια όσο και ο Philip Hammond, ο υπουργός Οικονομικών, ήταν σε διακοπές. Η κυβέρνηση έχει το πλεονέκτημα μιας αντιπολίτευσης του Εργατικού Κόμματος που είναι μπλεγμένο σε μια υπαρξιακή πάλη με τον δικό του δύσμοιρο ηγέτη, τον Jeremy Corbyn, ο οποίος έχει αμελητέα υποστήριξη στο Κοινοβούλιο. Μια αδύναμη αντιπολίτευση μπορεί να είναι κάτι κακό για την δημοκρατία, αλλά θα μπορούσε να δώσει στους συντηρητικούς υπουργούς που θα καθοδηγούν τους διαπραγματευτές για το Brexit τον χώρο για να κάνουν ό, τι απαιτείται.
Ωστόσο, υπάρχουν μια σειρά από επίπονες εργασίες που βρίσκονται ενόψει. Η πρώτη πρόκληση θα είναι να βρεθούν άνθρωποι με τις κατάλληλες δεξιότητες για να ενισχυθεί η διαπραγματευτική ικανότητα της βρετανικής δημόσιας διοίκησης. Οι σχολιαστές έχουν επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στην έλλειψη εμπορικών διαπραγματευτών, αγνοώντας τα σημεία των θεμάτων που δεν αφορούν το εμπόριο αλλά πρέπει να αντιμετωπιστούν για την μετατροπή της σχέσης του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρώπη. Καθώς οι προοπτικές σταδιοδρομίας για τους εργαζόμενους Βρετανούς υπηκόους στο εσωτερικό της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών σίγουρα τώρα θα περικοπούν, η βρετανική κυβέρνηση θα πρέπει να προσφέρει ελκυστικά κίνητρα στους καλύτερους από αυτούς για να γυρίσουν πίσω και να διαπραγματευτούν το Brexit για το Ηνωμένο Βασίλειο. Είτε είναι ώριμοι εμπορικοί διαπραγματευτές είτε ειδικοί στο οτιδήποτε, από τους δημοσιονομικούς κανονισμούς μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και μέχρι το αν θα επιτρέπεται στους Βρετανούς αλιείς να ψαρεύουν ρέγγες, θα έχουν ένα προβάδισμα όταν πρόκειται για την γνώση επί των θεμάτων και επί των διαπραγματευτών από την άλλη πλευρά του τραπεζιού.
Θα είναι δύσκολο για τους Βρετανούς διαπραγματευτές να συμφωνήσουν και να ιεραρχήσουν τα πολλά ζητήματα που διακυβεύονται και εκείνα από τα οποία θα προκύψουν οι σημαντικότεροι στόχοι της χώρας. Συνεπώς, είναι θετικό το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν βιάζεται καθόλου να επικαλεστεί το άρθρο 50, την πρόβλεψη της συνθήκης διακυβέρνησης της ΕΕ για την αποχώρηση από την Ένωση, ένα βήμα που απαιτείται για να εγκαταλειφθεί επίσημα η ΕΕ. Με αυτόν τον τρόπο, ο καθένας, και ιδιαίτερα οι διαπραγματευτές που θα συγκεντρώσει το Whitehall, θα έχουν χρόνο να προετοιμαστούν και να σχεδιάσουν τις στρατηγικές για την επίτευξη των καλύτερων δυνατών αποτελεσμάτων για όσες περισσότερες ενδιαφερόμενες πλευρές είναι δυνατόν.
Παρά το γεγονός ότι αναφέρθηκε εκείνη την στιγμή ως αγενώς σκληρή στάση, η πρωθυπουργός επέδειξε την οξύνοιά της ως διαπραγματευτής, αρνούμενη να διαβεβαιώσει τους Ευρωπαίους πολίτες που διαμένουν ήδη στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι θα είναι σε θέση να μείνουν αφότου το Ηνωμένο Βασίλειο φύγει επίσημα την ΕΕ. Αντίθετα με τους αντιπάλους της για την ηγεσία των Συντηρητικών, εκείνη συνειδητοποίησε ότι αυτό είναι ένα βασικό σημείο των διαπραγματεύσεων στο οποίο θα πρέπει να ενδώσει μόνο σε αντάλλαγμα για μια ίση ή παρόμοια παραχώρηση, ενδεχομένως σε μια πτυχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων εντός της ΕΕ. Είναι ατυχές το γεγονός ότι κάποιοι ταλαντούχοι Ευρωπαίοι θα έχουν αυτήν την δαμόκλειο σπάθη να κρέμεται από πάνω τους, αλλά οι περισσότεροι θα συνειδητοποιήσουν ότι αυτό, όπως και τόσες άλλες πολιτικές, θα πρέπει να τύχει διαπραγμάτευσης σε αυτόν τον νέο -μετά το δημοψήφισμα- κόσμο.
Η Μέι μπορεί επίσης να μάθει από τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, ειδικότερα την συμφωνία που ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον συνήψε με τους ηγέτες της ΕΕ στις 19 Φεβρουαρίου 2016. Κέρδισε μια σειρά από παραχωρήσεις, όπως την απαλλαγή του Ηνωμένου Βασιλείου από την δέσμευση να σχηματίσει μια «διαρκώς στενότερη ένωση», εμποδίζοντας την χώρα από το να καλείται να συμβάλλει στην διάσωση της ευρωζώνης, και περιορίζοντας τα οφέλη για τους εργαζόμενους μετανάστες της χώρας (αν και όχι στον βαθμό που το Ηνωμένο Βασίλειο είχε ζητήσει αρχικά). Ωστόσο, οι προσπάθειες του Κάμερον να εξασφαλίσει ένα βρετανικό κοινοβουλευτικό βέτο επί των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν επιβεβαίωσε τις προσδοκίες, όπως έκανε με τις προσπάθειές του να εξαιρεθεί το Ηνωμένο Βασίλειο από τους δημοσιονομικούς κανονισμούς της ΕΕ. Οι ευρωσκεπτικιστές πάντα ήταν δύσκολο να ικανοποιηθούν και έσπευσαν να πουν ότι είχε αποτύχει να κερδίσει και πάλι τον έλεγχο της χώρας λόγω των δικών του υποθέσεων.
Τα διδάγματα από την εμπειρία αυτή θα τροφοδοτήσουν τον τρέχοντα διαπραγματευτικό σχεδιασμό. Για παράδειγμα, περισσότερος χρόνος θα έπρεπε να έχει αφιερωθεί για την οικοδόμηση ομάδων συμμάχων μεταξύ των άλλων 27 χωρών-μελών. Η Μέι έχει ήδη κάνει επισκέψεις σε μικρότερα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, γεγονός που υποδηλώνει ότι αναγνωρίζει ότι χρειαζόταν να αφιερωθεί περισσότερος χρόνος στην οικοδόμηση υποστήριξης σε όλη την ήπειρο.
Η δεύτερη πρόκληση είναι οι εσωτερικές μάχες του Ηνωμένου Βασιλείου. Εδώ, η Μέι έχει υποσχεθεί να μην επικαλεστεί το άρθρο 50 μέχρι να έχει εξασφαλίσει μια «προσέγγιση όλου του βασιλείου» που να αντιμετωπίζει τα προβλήματα της Βόρειας Ιρλανδίας και της Σκωτίας. Οι δύο περιοχές ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία να παραμείνουν στην ΕΕ, και η Σκωτία έχει απειλήσει να κάνει το δικό της δημοψήφισμα για να «εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο». Η Μέι επισκέφθηκε το Εδιμβούργο στα μέσα Ιουλίου και δέκα ημέρες αργότερα ταξίδεψε στο Μπέλφαστ, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα της δέσμευσής της για να συμπεριλάβει τις ανησυχίες των αποκεντρωμένων διοικήσεων στις διαπραγματεύσεις.
Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι όχι λιγότερες από 11 εθνικές εκλογές έχουν προγραμματιστεί στις χώρες-μέλη της ΕΕ για τα επόμενα δύο χρόνια. Το τοπίο αναπόφευκτα θα αλλάξει κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Οι εκθέσεις δείχνουν τώρα ότι η βρετανική κυβέρνηση θα περιμένει να διεξαχθούν οι εκλογές στην Γαλλία και την Γερμανία το επόμενο έτος για να επικαλεστεί το άρθρο 50, ωθώντας την έναρξη της επίσημης διαδικασίας διαπραγμάτευσης των δύο ετών έως τα τέλη του 2017, κάτι που θα παρέχει επιπλέον χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο για προετοιμασία.

22082016-1.jpg
Ο Boris Johnson, στις 24 Ιουνίου 2016. MARY TURNER / REUTERS

Αμέσως μετά το δημοψήφισμα, οι ηγέτες στις Βρυξέλλες και σε αρκετές άλλες πρωτεύουσες της ΕΕ έλαβαν φαινομενικά άκαμπτες θέσεις. Ο Jean-Claude Juncker, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δήλωσε ότι «Το Brexit δεν θα είναι ένα φιλικό διαζύγιο». Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ απέκλεισε τις άτυπες διαπραγματεύσεις πριν από την επίκληση του άρθρου 50, δηλώνοντας ότι η ενέργεια αυτή δεν θα πρέπει να απαιτήσει «μεγάλο χρονικό διάστημα». Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ απαίτησε η βρετανική κυβέρνηση να υποβάλει γρήγορα την ειδοποίηση για το άρθρο 50.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να δούμε πέρα από αυτές τις δηλώσεις, οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν ως το άνοιγμα των τεχνασμάτων διαπραγμάτευσης, στα υποκείμενα συμφέροντα όλων των μερών, όπου είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα βρεθεί τελικά μεγαλύτερη ευελιξία. Σε πολλές περιπτώσεις, η πολιτική ιδιοτέλεια των μερών από την άλλη πλευρά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μπορεί να αντισταθμίζει την δέσμευσή τους σε αυτό που αρέσει στις Βρυξέλλες να αποκαλούν ως «το ευρωπαϊκό σχέδιο». Ήδη, οι δημόσιες δηλώσεις από το Παρίσι και το Βερολίνο έχουν αρχίσει να αλλάζουν, με τον Ολάντ να λέει ότι δέχεται πως το Ηνωμένο Βασίλειο χρειάζεται χρόνο για να προετοιμαστεί για τις διαπραγματεύσεις μετά το δημοψήφισμα και με τον Michael Roth, τον υπουργό της Γερμανίας για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις, να εικάζει ότι η χώρα θα μπορούσε να έχει μια «ειδική» θέση στο εσωτερικό της ΕΕ. Ακόμη και η Μέρκελ έχει πλέον αναφέρει ότι οι διαπραγματεύσεις δεν θα αρχίσουν πριν από γερμανικές εκλογές του επόμενου έτους, που δεν θα πραγματοποιηθούν νωρίτερα από τις 27 Αυγούστου 2017. Οι θέσεις όλων των παικτών αναπόφευκτα θα συνεχίζουν να μετατοπίζονται καθώς θα ανταποκρίνονται σε μια σειρά από εγχώριες και άλλες πιέσεις.
Ένα τελικό ζήτημα για το Ηνωμένο Βασίλειο είναι να αποφύγει τις διαπραγματεύσεις για την ενιαία αγορά, με τις «τέσσερις ελευθερίες» της (ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών, κεφαλαίων και ανθρώπων), να τίθενται έξω από τις διαπραγματεύσεις για άλλα ζητήματα. Παρά το γεγονός ότι τα εμπορικά και μεταναστευτικά θέματα βρίσκονται ψηλά στην ημερήσια διάταξη, θα ήταν λάθος αυτά να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μια «δεξαμενή» της ενιαίας αγοράς. Μπορεί ένα θέμα προς διαπραγμάτευση σε μια άσχετη περιοχή, όπως είναι η υγεία, η προστασία των καταναλωτών, ή οι κανόνες για την ψηφιακή οικονομία, να δώσει την ευκαιρία να δημιουργηθεί μια συμφωνία σε ένα δύσκολο θέμα της ενιαίας αγοράς.
Το επόμενο βήμα, λοιπόν, που οι Βρετανοί διαπραγματευτές θα πρέπει συνεχώς να επανεξετάζουν και να βελτιώνουν όταν βρίσκονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, είναι να εφαρμόζουν μια σχετική αξία σε κάθε θέμα [που ανήκει] σε πολλές ατζέντες από την προοπτική της κάθε διαπραγματευτικής πλευράς. Θα πρέπει να ψάχνουν για όσα ζητήματα είναι δυνατόν όπου δύο (ή πολλαπλά) μέρη αποδίδουν μια διαφορετική αξία για το ίδιο θέμα. Κοιτάζοντας πίσω στις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιν το 1978, θεωρήθηκε ότι θα ήταν αδύνατο για την Αίγυπτο και το Ισραήλ να συμφωνήσουν στο πώς να μοιράσουν το Σινά, το οποίο αρχικά ήθελαν αμφότεροι. Αλλά το ήθελαν για διαφορετικούς λόγους. Το Ισραήλ χρειαζόταν μια ζώνη απέναντι σε μια αιφνιδιαστική επίθεση. Η Αίγυπτος έβλεπε την περιοχή ως θέμα γοήτρου και ιστορικής σημασίας -ότι θα πρέπει να είναι αιγυπτιακό όπως ήταν κατά την εποχή των Φαραώ. Η λύση ήταν να γίνει μέρος της Αιγύπτου, αλλά με την δέσμευση να την κρατήσει αποστρατιωτικοποιημένη. Και οι δύο πλευρές πήραν αυτό που ήθελαν: Το Ισραήλ πήρε ασφάλεια, και η Αίγυπτος πήρε κυριαρχία. Σπάνια αυτό που ονομάζεται «δημιουργία αξίας» θα είναι τόσο ξεκάθαρο, αλλά η κεφαλαιοποίηση αυτών των διαφορών είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία της θεωρίας των διαπραγματεύσεων.
Οι διαπραγματευτές του Brexit πρέπει να ψάξουν για τα θέματα που έχουν μεγάλη αξία για έναν διαπραγματευτή να κερδίσει και εκείνα με συγκριτικά χαμηλό κόστος για τον άλλον διαπραγματευτή να υποχωρήσει. Όσα περισσότερα θέματα που μπορούν να προσδιοριστούν όπου το κόστος και η αξία για κάθε πλευρά είναι διαφορετική, τόσο πιο εύκολο θα είναι να γίνουν πολλαπλές συναλλαγές.
Πάνω απ 'όλα, η ΕΕ πρέπει να θεσπίσει σαφείς κανόνες σχετικά με την επικοινωνία με τον Τύπο και το κοινό σχετικά με τις διαπραγματεύσεις. Αυτοί οι κανόνες θα απαιτούν προσεκτική εξισορρόπηση της διαφάνειας με την ανάγκη για διακριτικότητα, έτσι ώστε να μπορούν να γίνουν συμφωνίες και να συζητηθούν χωρίς να τίθενται σε κίνδυνο από πρόωρες δημόσιες αποκαλύψεις.
Η τελική συμφωνία για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ μπορεί να είναι πολύ πιο θετική από όσο η οξεία συζήτηση στον απόηχο του δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου του 2016, υπονόησε ότι θα ήταν. Αλλά μόλις επιτευχθεί μια συνολική συμφωνία, η βρετανική κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει μια μεγάλη πρόκληση που απομένει: Την «πώληση» του πακέτου σε έναν πληθυσμό που ήταν τόσο πολωμένη από το δημοψήφισμα.

Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2016-08-19/mays-b...

Σύνδεσμοι:
[1] http://www.telegraph.co.uk/authors/boris-johnson/
[2] https://yougov.co.uk/news/2016/05/05/mayor-boris-public-verdict/
[3] https://yougov.co.uk/news/2016/07/11/sadiq-khan-popular/