Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Ιστορικό άρθρο για την προσέγγιση ΕΣΣΔ-Τίτο τη δεκαετία του '50


Ο Τζίλας και η προσέγγιση ΕΣΣΔ-Τίτο
ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ ΣΦΕΤΑΣ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Μετά τη ρήξη Τίτο - Στάλιν (1948) η Γιουγκοσλαβία ακολούθησε τον δικό της δρόμο προς τον σοσιαλισμό, «διαφορετικό» από το σταλινικό μοντέλο: αποκέντρωση, ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης, αυτοδιαχείριση των εργατών.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας μετονομάστηκε το 1952 σε Ενωση Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας. Η λεγόμενη αυτοδιαχείριση των εργατών (1949-1950), έμπνευση του οικονομολόγου Μπόρις Κίντριτς και του Μίλοβαν Τζίλας, αποδείχτηκε τελικά πλασματική. Η φιλοσοφία του Κίντριτς και του Τζίλας συνίστατο στο να θεωρήσουν οι εργάτες κοινωνική περιουσία το εργοστάσιο και να συμμετέχουν στη διοίκηση του εργοστασίου και στον σχεδιασμό της παραγωγής προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Στηρίχτηκε στην αντίληψη των Μαρξ και Ενγκελς ότι, αν μεταβληθούν οι παραγωγικές σχέσεις και η εργατική τάξη αποβεί κυρίαρχη των μέσων παραγωγής, τότε το κράτος, που στον καπιταλισμό έχει ταξικό χαρακτήρα, θα «μαραζώσει». Αλλά στην πράξη οι εργάτες δεν μπορούσαν να επωμισθούν την ευθύνη του προγραμματισμού της παραγωγής και της διάθεσής της στην αγορά. Ο ρόλος του κόμματος-κράτους απέβη κυρίαρχος. Τα εργατικά συμβούλια είχαν μονάχα εποπτικές αρμοδιότητες και εκλέγονταν με διαδικασίες χειραγωγημένες από τα κρατικά συνδικάτα και τα ανώτερα κομματικά όργανα. Ο διευθυντής ενός εργοστασίου είχε την ευθύνη της παραγωγής και ήταν υπόλογος στο υπουργείο Οικονομικών. Ο,τι ενδιέφερε τους εργάτες ήταν η αύξηση των μισθών, ανεξάρτητα από την παραγωγή, και η παραχώρηση θέσεων εργασίας κυρίως σε ομοεθνείς τους. Ο ρόλος του κόμματος εξακολουθούσε να είναι καθοριστικός και το κράτος διατήρησε τον συγκεντρωτικό του χαρακτήρα. Η αυτοδιαχείριση των εργατών εκφυλίστηκε σύντομα, αλλά ο Τζίλας δεν εξέφρασε δημόσια τη διαφωνία του. Οταν μετά τον θάνατο του Στάλιν (Μάρτιος 1953) ο νέος Σοβιετικός ηγέτης, Νικίτα Χρουστσόφ, αναγνώριζε τα λάθη του «πατερούλη των λαών» έναντι της Γιουγκοσλαβίας και αποκατέστησε διπλωματικές σχέσεις με το Βελιγράδι (Ιούνιος 1953), ο Τζίλας, πιστεύοντας ότι τίποτα δεν θα άλλαζε στη Σοβιετική Ενωση, παρά τη σύλληψη και την εκτέλεση του Μπέριγια, του αρχηγού του σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών στην εποχή του Στάλιν, τάχθηκε κατά της προσέγγισης Μόσχας - Βελιγραδίου.
Με μια σειρά άρθρων του στην εφημερίδα Borba στα τέλη του 1953 και με το περιεκτικό του άρθρο «Ανατομία μιας Ηθικής», δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1954 στο περιοδικό Nova Misao (Νέα Σκέψη), ο άλλοτε στενός συνεργάτης του Τίτο, που στις 13 Ιουλίου 1941 είχε αρχίσει πρώτος την αντίσταση στο Μαυροβούνιο, επέκρινε σφοδρά τον συνεχιζόμενο καθοριστικό ρόλο του κόμματος, την ταύτιση κράτους και κόμματος και την έλλειψη δημοκρατίας. «Η επανάσταση δεν μπορεί να ζει με το παρελθόν. Πρέπει να βρει νέες ιδέες και νέες μορφές. Χρειάζεται ένα νέο στυλ, μια νέα γλώσσα». Ο Τζίλας δεν χρησιμοποίησε ακόμα τον όρο «νέα τάξη» για να περιγράψει την ερυθρά νομενκλατούρα, αλλά τον ανώδυνο όρο «γραφειοκρατία». Ο Τίτο αντέδρασε έντονα. Τον Ιανουάριο του 1954 ο Τζίλας αποβλήθηκε από τα κομματικά και κρατικά όργανα και τον Απρίλιο αποχώρησε από την Ενωση Κομμουνιστών, αντιμετωπίζοντας πρόβλημα επιβίωσης.
Η πορεία σύγκλισης των δύο χωρών δεν ολοκληρώθηκε
Ο Τίτο επιδίωκε την εξομάλυνση των σοβιετογιουγκοσλαβικών σχέσεων για να αποτρέψει τον κίνδυνο που ελλόχευε επί Στάλιν για σοβιετική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία μέσω Ρουμανίας, Ουγγαρίας και Βουλγαρίας, και για να εξασφαλίσει σοβιετική οικονομική βοήθεια. Ο Χρουστσόφ είχε μακροπρόθεσμα σχέδια. Ηθελε να ματαιώσει τυχόν αμερικανικά σχέδια για είσοδο της Γιουγκοσλαβίας στο ΝΑΤΟ μετά την πιθανή διευθέτηση του ζητήματος της Τεργέστης και, κυρίως, να εντάξει τη Γιουγκοσλαβία στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, που ιδρύθηκε τον Μάιο του 1955, τις παραμονές της επίσκεψης του Χρουστσόφ στο Βελιγράδι. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά την επίσκεψη του Τίτο στην Αθήνα (αρχές Ιουνίου 1954), κατά την οποία Τίτο και Παπάγος συζήτησαν τη μετεξέλιξη του Βαλκανικού Συμφώνου της Αγκυρας (28 Φεβρουαρίου 1953) σε στρατιωτική συμμαχία (σύμφωνο του Μπλεντ της 9ης Αυγούστου 1954), ο Χρουστσόφ με επιστολή του προς τον Τίτο (22 Ιουνίου 1954) εξέφρασε την ετοιμότητα για επιτάχυνση της διαδικασίας εξομάλυνσης των σοβιετογιουγκοσλαβικών σχέσεων μετά την εκτέλεση του Μπέριγια (Δεκέμβριος 1953) και την αποπομπή του Τζίλας.
Τον Μάιο-Ιούνιο του 1955 ο Χρουστσόφ, συνοδευόμενος από τον Σοβιετικό πρωθυπουργό Μπουλγκάνιν, επισκέφθηκε το Βελιγράδι, αναγνώρισε τον γιουγκοσλαβικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό, υποσχέθηκε γενναία οικονομική βοήθεια προς τη Γιουγκοσλαβία και διέγραψε τα χρέη της χώρας προς τη Σοβιετική Ενωση. Στην κοινή Διακήρυξη του Βελιγραδίου (Belgradska Deklaracija) της 2ας Ιουνίου 1955 τονίστηκαν η αναγνώριση και η ανάπτυξη της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των λαών, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους διαφορές ή από τις διαφορές του κοινωνικού τους συστήματος, όπως και ο αμοιβαίος σεβασμός και η μη ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις για ιδεολογικούς, οικονομικούς λόγους, «διότι τα ζητήματα της εσωτερικής τάξης, της διαφοράς του κοινωνικού συστήματος και των συγκεκριμένων μορφών της ανάπτυξης του σοσιαλισμού είναι αποκλειστική ευθύνη των λαών των αντίστοιχων χωρών».
Διαφορετικοί δρόμοι
Με την καταδίκη της προσωπολατρίας και των σταλινικών εγκλημάτων στο 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ενωσης (Φεβρουάριος 1956) ο Χρουστσόφ απέβλεπε και στην περαιτέρω αποκαθήλωση των σταλινικών επιγόνων. Στις 17 Απριλίου 1956 διαλύθηκε η Κομινφόρμ. Τον Ιούνιο του 1956, όταν ο Τίτο επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ενωση, ο Μολότοφ απώλεσε τη θέση του υπουργού Εξωτερικών. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Τίτο υπογράφτηκε η Διακήρυξη της Μόσχας (Moskovska Deklaracija) της 20ής Ιουνίου 1956 ως συμπληρωματική της Διακήρυξης του Βελιγραδίου. Τονιζόταν ότι «οι δρόμοι της σοσιαλιστικής ανάπτυξης είναι διαφορετικοί σε διαφορετικές χώρες και συνθήκες, ότι ο πλούτος των μορφών της ανάπτυξης του σοσιαλισμού συντελεί στην ενίσχυσή του και, ξεκινώντας από την πραγματικότητα ότι και οι δύο πλευρές δεν έχουν την τάση να επιβάλουν την άποψή τους στον καθορισμό των δρόμων και της μορφής της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, αυτές συμφωνούν ότι η συνεργασία πρέπει να θεμελιωθεί πλήρως στην καλή θέληση και ισοτιμία, στη φιλική κριτική και στον συντροφικό χαρακτήρα της ανταλλαγής απόψεων για τα εκκρεμή ζητήματα μεταξύ των δύο κομμάτων».
Οι διακηρύξεις αυτές ήταν η αναγνώριση του γιουγκοσλαβικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό από τη Σοβιετική Ενωση, αλλά δεν δικαιώθηκαν οι προσδοκίες των Σοβιετικών για προσχώρηση της Γιουγκοσλαβίας στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Το 1955/56 τέθηκαν οι βάσεις του Κινήματος των Αδεσμεύτων με πρωτεργάτες τον Τίτο, τον Νεχρού και τον Νάσερ. H Γιουγκοσλαβία ακολούθησε αδέσμευτη εξωτερική πολιτική. Ωστόσο, σε διαβαλκανικό επίπεδο οι συνέπειες της σοβιετογιουγκοσλαβικής προσέγγισης ήταν εμφανείς. Το Βαλκανικό Σύμφωνο Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας και Τουρκίας (1953-54) αποδείχτηκε θνησιγενές, συντελούσης και της όξυνσης του Κυπριακού το 1955. Η Βουλγαρία και η Αλβανία αποκατέστησαν διπλωματικές σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία, στο βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας, κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1956, 178.862 άτομα δηλώθηκαν «ως Μακεδόνες» έπειτα από κομματική εντολή, και στα Σκόπια άρχισαν να επιστρέφουν Σλαβομακεδόνες πρόσφυγες (Πασχάλης Μητρόπουλος, Ουρανία Γιουρούκοβα) από τη Σοβιετική Ενωση και άλλες ανατολικές χώρες, οι οποίοι μέχρι τότε ήταν στιγματισμένοι ως «Κομινφορμιστές». Η οργάνωση «Ιλιντεν» (1952), όργανο των Σλαβομακεδόνων προσφύγων στην Πολωνία με αντιγιουγκοσλαβικό και φιλοβουλγαρικό προσανατολισμό, διαλύθηκε.
Οικονομικός και γραφειοκρατικός εθνικισμός
Ο Τζίλας, άνεργος και υπό αστυνομική παρακολούθηση, έβλεπε με μεγάλη δυσπιστία τη σοβιετογιουγκοσλαβική προσέγγιση. Για δηλώσεις του στους «New York Times» στις αρχές του 1955 καταδικάστηκε σε φυλάκιση με αναστολή. Την ίδια χρονιά άρχισε να συνθέτει το έργο του «Η Νέα Τάξη». Ο πολωνικός Οκτώβρης του 1956 (απεργίες εργατών, επιστροφή του Γκομούλκα) και κυρίως η ουγγρική αντικομμουνιστική εξέγερση του Νοεμβρίου το 1956 κατέστησαν την υπόθεση «Τζίλας» πάλι επίκαιρη. Η μεταρρυθμιστική κίνηση του Ιμρε Νάγκι στην Ουγγαρία εξελίχθηκε σε αντικομμουνιστική εξέγερση. Ο Νάγκι απώλεσε τον έλεγχο της κατάστασης, βρέθηκε υπό την πίεση πρώην φασιστικών στοιχείων του Χόρτι και απαίτησε την αποχώρηση της Ουγγαρίας από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Τα σοβιετικά στρατεύματα κατέστειλαν την εξέγερση έπειτα από έναν πραγματικό πόλεμο. Ο Τίτο έκρινε ότι η πρώτη σοβιετική επέμβαση κατά τη διαδήλωση της 23ης Οκτωβρίου 1956 στη Βουδαπέστη δεν ήταν αναγκαία, διότι ερέθισε τα πνεύματα και επέτρεψε τη διείσδυση φασιστικών στοιχείων, με αποτέλεσμα η εξέγερση να προσλάβει αντισοσιαλιστικό χαρακτήρα και να καταστεί «αναγκαίο κακό» η δεύτερη αιματηρή σοβιετική επέμβαση του Νοεμβρίου. Ο Νάγκι και άλλοι είκοσι Ούγγροι πολιτικοί ζήτησαν άσυλο στη γιουγκοσλαβική πρεσβεία της Βουδαπέστης, αλλά απήχθησαν από τους Σοβιετικούς με ψευδείς (όπως αποδείχτηκε) διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια της ζωής τους.
Ο Τζίλας αισθάνθηκε δικαιωμένος από τις εξελίξεις στην Ουγγαρία και πέρασε στην επίθεση. Το άρθρο του «Η θύελλα στην Ανατολική Ευρώπη» δημοσιεύθηκε στην Αμερική, με αποτέλεσμα τον Νοέμβριο του 1956 να καταδικαστεί σε φυλάκιση, έχοντας όμως καταφέρει να εξαγάγει λαθραία τα χειρόγραφα του έργου «Η Νέα Τάξη» στο εξωτερικό. Η δημοσίευση του έργου το 1957 προκάλεσε αίσθηση στη Δύση.
Οι σοβιετογιουγκοσλαβικές σχέσεις πέρασαν από μεγάλες διακυμάνσεις κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και δεν εξελίχθηκαν κατά το πνεύμα της Διακήρυξης του Βελιγραδίου (1955) και της Μόσχας (1956). Το 1953/54 ο Τζίλας δεν προέβλεψε την ανάδυση του εθνικού ζητήματος στη Γιουγκοσλαβία. Αλλά το ήδη εκφυλισμένο από άποψη δημοκρατίας σύστημα της αυτοδιαχείρισης των εργατών δημιούργησε τις προϋποθέσεις για έναν οικονομικό εθνικισμό. Σε κάθε ομόσπονδη γιουγκοσλαβική δημοκρατία διαμορφώθηκε μια κομματική και γραφειοκρατική ελίτ που προσέλαβε εθνικά χαρακτηριστικά και η αντίθεση του προηγμένου Βορρά με τον αναπτυσσόμενο Νότο επισφράγισε τη μοίρα της Γιουγκοσλαβίας. Πίσω από το συνεχές αίτημα της Κροατίας και της Σλοβενίας για μεγαλύτερη αποκέντρωση λάνθανε το εθνικό ζήτημα. Ο Τζίλας επέζησε για να δει την κατάρρευση του κάθε είδους δρόμου προ τον σοσιαλισμό, τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ενωσης. Η Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ (1986-1991), η σοβιετική εκδοχή της αυτοδιαχείρισης των εργατών του Τζίλας, αποδείχτηκε Καταστρόικα. Ζώντας στη Δύση μετά την αποφυλάκισή του ο Τζίλας ίσως πείστηκε ότι ο κομμουνισμός κατέρρευσε λόγω της αντίφασης ανάμεσα στα νέα παραγωγικά μέσα και στις παρωχημένες παραγωγικές σχέσεις, αλλά και λόγω της δυναμικής του εθνικισμού.

* Ο κ. Σπυρίδων Σφέτας είναι Βαλκανιολόγος.

(Στην φωτογραφία : 29 Αυγούστου 1963. Ο πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας, Γιόσιπ Μπροζ Τίτο με τον Σοβιετικό ηγέτη, Νικίτα Χρουστσόφ στην πόλη Κόπερ, λιμάνι της Αδριατικής)