Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Εξαιρετικό άρθρο για τα Iσλαμικά Tάγματα της Τουρκίας


Tα Iσλαμικά Tάγματα της Τουρκίας
Αλέξανδρος Μασσαβέτας 
 Η βραδιά του πραξικοπήματος έφερε στο επίκεντρο των διεθνών συζητήσεων έναν κόσμο σκοτεινό και υπόγειο, ημιπαράνομο αλλά και παντοδύναμο: τον κόσμο των αδελφοτήτων και την διαπλοκή τους με το επίσημο κράτος.
Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος του inside story, ο Φετουλάχ Γκιουλέν, η “Χρυσή Γενιά” και η άλωση του κράτους.
Η απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου μας γέμισε ερωτηματικά, πολλά από αυτά εξαιρετικά δυσαπάντητα, για την πολυσύνθετη –μην πω ασυνάρτητη– τουρκική πραγματικότητα. Στο “συντηρητικό” και “προσεκτικό” αυτό συμπέρασμα (που δεν είναι, ουσιαστικά, παρά η αποκήρυξη των εύκολων και βαρυσήμαντων αποστροφών που τόσο αρέσουν στους αναρίθμητους αυτόκλητους «εμπειρογνώμονες» και στους στρατευμένους ιδεολόγους) συγκλίνουν πολλοί βετεράνοι αναλυτές, Τούρκοι και ξένοι. Το παράδοξο είναι, προειδοποιούν, εγγενές στοιχείο της τουρκικής πραγματικότητας.
Με αφορμή την εμπλοκή –εικαζόμενη ή πραγματική– του αυτοεξόριστου ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν, όλα τα βλέμματα εστίασαν στο κίνημα Χιζμέτ, του οποίου ηγείται. Είναι άραγε αληθές, και αν σε ποιο βαθμό, ότι πρόκειται για ένα μετακεμαλικό πραξικόπημα; Ήταν η πρώτη απόπειρα ένοπλης ανατροπής που σχεδίασαν και εκτέλεσαν Ισλαμιστές, αντί για τα παραδοσιακά κεμαλικά κέντρα που μέχρι πρότινος ήλεγχαν απόλυτα τις ένοπλες δυνάμεις; Ήταν όντως ένα πραξικόπημα που δεν αντιπαρέθετε Κεμαλιστές και ισλαμιστές, αλλά δύο διαφορετικές ομάδες των τελευταίων;
Όμως το διαβόητο στην Τουρκία –αλλά λιγότερο γνωστό στη διεθνή κοινή γνώμη– Χιζμέτ δεν είναι παρά μία από τις πολλές ισλαμικές αδελφότητες που δρουν στη χώρα. Ο κόσμος τους είναι ένας κόσμος όπου παρελαύνουν μεγαλομανείς προσωπικότητες, ακραίες αντιλήψεις, αδίστακτες μέθοδοι, αμύθητα ποσά, αταβιστική ξενοφοβία και ανηλεής εκφοβισμός. Η διαπλοκή, εδώ και μισό αιώνα, του κρατικού μηχανισμού αλλά και των ίδιων των ενόπλων δυνάμεων με την δράση των ταγμάτων αποδεικνύει περίτρανα το ατελές του «κοσμικού» χαρακτήρα του τουρκικού κράτους, χαρακτήρα που η Τουρκία επί δεκαετίες διαφήμιζε στα δυτικά ώτα. Αλλά και την ευθύνη που έχει το άλλοτε κεμαλικό κατεστημένο, που για δεκαετίες έπαιζε με την φωτιά, για την άνοδο του ισλαμιστικού κινήματος.
Το κεμαλικό κράτος και η απαγόρευση των ταγμάτων
Τα τάγματα (tarikat) και οι αδελφότητες (cemaat) που δρουν σήμερα στην Τουρκία έχουν τις ρίζες τους σε αντίστοιχες δομές των Οθωμανικών χρόνων. Τα πιο αναχρονιστικά στις αντιλήψεις ανάγονται στον αραβοπερσικό κόσμο των μέσων ισλαμικών αιώνων: οι Νακσιμπεντί και οι Καντιρί, ισχυρότατοι στα ενδότερα της ανατολικής Μικράς Ασίας και μεταξύ των Κούρδων, αποτελούν τα κυριότερα. Τα προοδευτικότερα, ξεπήδησαν από το “λαϊκό” τουρκικό Ισλάμ, που ανάγεται στην μεν Ανατολία στην εποχή των Σελτζούκων και την πρώτη τουρκική εγκατάσταση, στα δε Βαλκάνια στα πρώιμα Οθωμανικά χρόνια. Οι ασκητικές μορφές των δερβίσηδων θυμίζουν ενίοτε τον χριστιανικό μοναχισμό, ενώ η δράση των αδελφοτήτων τους έχει πολλά κοινά με τα καθολικά τάγματα.

Η πλειοψηφία των Γενίτσαρων ήταν οπαδοί του τάγματος των σουφιστών Μπεκτασί. Janissary from Ralamb Costume Book. Miniatures in Indian ink with gouache and gilding,Constantinople, 1657-58. [Wikimedia Commons]

Ποιος δεν γνωρίζει τις οικείες φιγούρες των στροβιλιζόμενων δερβίσηδων, οπαδών του σουφιστή (περσόφωνου, να σημειωθεί) ποιητή Τζελαλεντίν Ρουμί, του περίφημου Μεβλανά, από το Ικόνιο; Οι Μεβλεβί, όπως είναι γνωστοί οι πιστοί του Μεβλανά, με τον θρησκευτικό συγκρητισμό και τις ανεκτικές τους θέσεις για τις άλλες θρησκείες, είναι το γνωστότερο από τα ιστορικά τάγματα του τουρκικού Ισλάμ. Οι Μπεκτασί, τάγμα στο οποίο ανήκε το σώμα των Γενιτσάρων, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στον εξισλαμισμό των Βαλκανίων και αντιπροσωπεύουν ακόμη σήμερα σημαντικό ποσοστό των Αλβανών, ιδίως, Μουσουλμάνων, στην Αλβανία και τις γειτονικές χώρες.
Ο Ατατούρκ, κατά την προσπάθεια δημιουργίας ενός σύγχρονου κράτους σε βάσεις κοσμικού δικαίου και απαλλαγμένου από την σαρία, απεδόθη σε μία πραγματική πολιτιστική επανάσταση. Κατήργησε το χαλιφάτο και την σαρία και απαγόρευσε τα τάγματα, τις μουσουλμανικές αδελφότητες και τους μεντρεσέδες (ιεροδιδασκαλεία). Οι Μεβλεβί διαλύθηκαν, οι Μπεκτασί μετέφεραν την έδρα στους Αλβανία και τα λοιπά τάγματα συνέχισαν να δρουν στην παρανομία. Θεωρήθηκε πως η μετάφραση του Κορανίου στην τουρκική, που παρήγγειλε ο Κεμάλ, και η προοδευτική εξάρθρωση του αναλφαβητισμού (την οποία βοήθησε και η υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου) θα αποκαθιστούσε την άμεση επικοινωνία ανάμεσα στον πιστό και το Κοράνι. Έτσι, η διαμεσολάβηση των Δερβίσηδων και των «ουλεμάδωνenacademic.com» ήταν πια περιττή και η πίστη θα μπορούσε να υποχωρήσει στην ιδιωτική σφαίρα. Στην τουρκική μεταφράσθηκε και το κάλεσμα του μουεζίνη για προσευχή.
«Ο Ατατούρκ διαφημίζεται ως κοσμική φιγούρα. Κανείς ωστόσο στην σύγχρονη τουρκική ιστορία, ούτε ο ίδιος ο Έρντογαν, δεν ασχολήθηκε τόσο συστηματικά με το Ισλάμ όσο εκείνος» εξηγεί ο Γκιουνέι Γιλντίζ, πολιτικός επιστήμων και δημοσιογράφος στο BBC. Μιλά για «ζώνες του Ισλάμ» στη Μέση Ανατολή: μία αραβική, μία περσική και μία τουρκική. «Το τουρκικό Ισλάμ, σε αντίθεση με το αραβικό ή το περσικό, ήταν ανέκαθεν –και παραμένει– ένα Ισλάμ ελεγχόμενο από το κράτος. Ο Κεμάλ κατήργησε το Χαλιφάτο και τον Σεϊχουλισλάμη, την ανώτατη θρησκευτική αρχή της Αυτοκρατορίας. Στην θέση του όμως ίδρυσε την Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet), ρόλος της οποίας παραμένει ο συγκεντρωτικός έλεγχος της λατρείας».
Κατά τον Γιλντίζ, η κεμαλική “εκκοσμίκευση” συνιστάται (και περιορίζεται) στην απελευθέρωση από τους κανόνες της σαρία και την εισαγωγή του κοσμικού δικαίου. «Σε καμμιά περίπτωση το Ισλάμ, και μάλιστα το σουνιτικό Ισλάμ, δεν αφαιρέθηκε από τα στοιχεία της τουρκικής ταυτότητας. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην μεταχείριση από τις επίσημες αρχές τόσο των μη-μουσουλμανικών μειονοτήτων, όσο και στις διακρίσεις τους εις βάρος των ετερόδοξων μουσουλμάνων όπως οι Αλεβίτες».
«Η Diyanet ανέκαθεν προωθούσε και προωθεί το σουνιτικό Ισλάμ» εξηγεί η Τζιανάν, ακτιβίστρια σε πολιτιστικές ομάδες των Αλεβιτών. «Το αποτέλεσμα της απαγόρευσης των ταγμάτων από τον Ατατούρκ ήταν πως αυτά συνέχισαν την δράση τους υπογείως. Ήταν μάλιστα τα πιο σκληροπυρηνικά, όπως οι Νακσιμπεντί και οι Καντιρί, που διατηρήθηκαν ενεργά. Όσοι ακολουθούσαν τους Μεβλεβί και τους Μπεκτασί ήταν ακριβώς το κομμάτι του πληθυσμού που εναγκάλισε ενθουσιωδώς την εκκοσμίκευση του δημόσιου βίου: οι Αλεβίτες της Ανατολίας και όσοι ήλθαν πρόσφυγες από τα Βαλκάνια. Έτσι, τα τάγματα του προοδευτικού/συγκρητικού Ισλάμ σχεδόν εξαλείφθηκαν μετά την απαγόρευσή τους. Οι στροβιλιζόμενοι Δερβίσηδες επανεμφανίσθηκαν, δεκαετίες αργότερα, ως τουριστικό αξιοθέατο. Η απαγόρευση είχε τα αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που επεδίωκε, καθώς σε βάθος χρόνου ενίσχυσε το πιο συντηρητικό Ισλάμ».

To τέμενος Selimiye στην Edirne, αριστούργημα της ισλαμικής πίστης. [Ahmet Baris ISITAN/Wikimedia Commons]

Η πολυκομματική δημοκρατία, η θρησκεία ως ψηφοθηρία και οι «πεφωτισμένοι»
«Η δυσαρέσκεια μεγάλου μέρους του πληθυσμού, ιδίως στην ύπαιθρο, με τον κεμαλικό αυταρχισμό την περίοδο της μονοκομματικής διακυβέρνησης από το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (1923-1950) συνέβαλε σημαντικά στην αναβίωση του θρησκευτικού αισθήματος. Οι μάζες στην επαρχία, εξάλλου, είναι και ανέκαθεν ήταν κοινωνικά και ιδεολογικά συντηρητικές» εξηγεί η Ασλί. Η δημοσιογράφος, που έπεσε θύμα των “εκκαθαρίσεων” στον απόηχο των διαδηλώσεων του Γκεζί Wikipediaτις οποίες υποστήριξε, εγκατέλειψε το 2013 την Τουρκία ζητώντας πολιτικό άσυλο στον Καναδά. «Μόλις χαλάρωσε, τη δεκαετία του ’50, η σιδηρογροθιά της μονοκομματικής διακυβέρνησης, τα τάγματα άρχισαν σιγά σιγά να βγαίνουν στην επιφάνεια» παρατηρεί ο πανεπιστημιακός Καραμπεκίρ Ακκογιουνλού.


Η εκμετάλλευση των ταγμάτων από το κράτος, αν όχι η συμφιλίωση μαζί τους, ξεκίνησε από την εποχή του Δημοκρατικού Κόμματος του Αντνάν Μεντερές. Στην προεκλογική εκστρατεία του 1950 το κόμμα συμμετείχε με την περίφημη πια αφίσα που εικόνιζε μία παλάμη («στοπ») και το σύνθημα, «Φτάνει! Ο λόγος ανήκει στον λαό». Η κυριότερη προεκλογική υπόσχεση του Δημοκρατικού Κόμματος ήταν η επαναφορά του καλέσματος του μουεζίνη στην αραβική! «Στα δύο αυτά σημεία», λέει η Ασλί, «εντοπίζεται η προσπάθεια του κόμματος να γοητεύσει τα πλήθη. Το πρώτο μήνυμα: οι αποφάσεις είναι πλέον δικές σας, δεν επιβάλλονται άνωθεν. Το δεύτερο: απελευθερώνουμε την λατρεία. Έκτοτε και μέχρι σήμερα, όλα ανεξαιρέτως τα δεξιά/συντηρητικά κόμματα χρησιμοποίησαν τα τάγματα για να προσεγγίσουν τις μάζες των χωρικών και το προλεταριάτο των πόλεων. Και η πολιτική ζωή στην Τουρκία έμενε εκκρεμής μεταξύ τζαμιού και στρατώνα».
«Κατά την περίοδο μονοκομματικής διακυβέρνησης υπήρξε πράγματι σωβούσα αγανάκτηση με τον άνωθεν επιβαλλόμενο εκσυγχρονισμό» συμφωνεί ο Εράι, Τούρκος της Πόλης που διδάσκει ιστορία σε πανεπιστήμιο των κουρδικών επαρχιών και επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του κυρίως λόγω της συμπάθειάς του προς το κουρδικό κίνημα. «Η μεγάλη μάζα του πληθυσμού, μακριά από την Πόλη, την Σμύρνη και την Άγκυρα, δεν συγκινείτο εύκολα από τα συνθήματα περί προόδου, ενώ αποστρεφόταν τα βήματα προς την ισότητα των φύλων, προς την εκκοσμίκευση του δημοσίου βίου και την δυτικοποίηση των ηθών. Ένιωσε φρίκη με την κατάργηση του Χαλιφάτου. Ας μην ξεχνάμε πως αν ο Ατατούρκ δεν ήταν ο θριαμβευτής του Πολέμου της Ανεξαρτησίας δεν θα είχε μπορέσει να επιβάλει τόσο ριζικές αλλαγές, ούτε καν με τη βία.
Στο παρελθόν, εξάλλου, οι μουσουλμανικές αδελφότητες, χάρη στις δωρεές των ευπόρων, είχαν υφάνει έναν ιστό κοινωνικής αρωγής που παρείχε ασφάλεια στα πιο αδύναμα στρώματα. Την κατάργηση των ταγμάτων δεν ακολούθησε μια σοβαρή προσπάθεια αναδιανομής του πλούτου από το κεμαλικό κράτος· τα φτωχότερα στρώματα να αισθάνονται πως οι τύχες τους χειροτέρευσαν. Προκειμένου να προσελκύσουν τις ψήφους των μη προνομιούχων, τα κόμματα μετά το 1950 προσεταιρίζονται τους αγάδες και τα τάγματα. Στη φεουδαρχικής δομής κοινωνία της ενδοχώρας, γαιοκτήμονες και θρησκευτικές οργανώσεις κατευθύνουν την ψήφο των αγροτών. Αυτό ισχύει ιδίως στις κουρδικές επαρχίες, όπου η οργάνωση σε “φυλές” (aşiret) διατηρείται μέχρι σήμερα».
«Ο Μεντερές κάθε άλλο παρά ισλαμιστής ήταν. Ήταν προϊόν της νέας κεμαλικής τάξης, και στην προσωπική του ζωή ήταν ιδιαίτερα δυτικότροπος» τονίζει ο Γκιουνέι Γιλντίζ. «Τη δεκαετία που διατέλεσε πρωθυπουργός (1950-1960) “The Menderes Period”, άνοιξαν στην Τουρκία χιλιάδες τεμένη, ενώ συστηματοποιήθηκε το σύστημα των ιμάμ-χατίπ, των επαγγελματικών λυκείων που εκπαιδεύουν στελέχη για το μουσουλμανικό ιερατείο». Τα θρησκευτικά αυτά ανοίγματα γίνονται για να ενταχθούν τα δυσαρεστημένα από τον ελιτισμό του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος πλήθη στην εκλογική μηχανή του Δημοκρατικού Κόμματος.
«Σε καθεστώς ελεύθερων εκλογών, η θρησκεία χρησιμοποιήθηκε από όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα για ψηφοθηρικούς λόγους. Ακόμη και από το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα. Κόμμα που δεν έκανε αναφορά στο θρησκευτικό αίσθημα, δεν θα μάζευε παρά τις ψήφους των αστικών ελίτ. Παράλληλα, υπήρχε και ένας βαθύτερος στόχος διεθνούς πολιτικής. Την εποχή εκείνη η Τουρκία εντάσσεται δυναμικά στο ένα από τα δύο στρατόπεδα του ψυχρού πολέμου. Τα ανοίγματα στην θρησκευτικότητα θέλησαν να παράσχουν ελκυστική εναλλακτική στην γοητεία που ασκούσαν τα ιδεολογήματα της αριστεράς σε μέρος της νεολαίας» εξηγεί η Ασλί.
Την πρώιμη αυτή περίοδο πολυκομματισμού ανθεί ένα νέο τάγμα, εκείνο των Νουρτζού («πεφωτισμένων»). Ιδρυτής του ο Κούρδος ιεροκήρυκας Σαΐντ Νουρσί. «Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το ισχυρότερο τάγμα που γεννήθηκε στη δημοκρατική περίοδο προέρχεται από κουρδικό περιβάλλον» εξηγεί ο Εράι. «Με την κεμαλική εκκοσμίκευση οι Κούρδοι από τη μία αποκόπηκαν από πολλές παραδοσιακές δομές τους, ενώ ταυτόχρονα αποξενώθηκαν από το κράτος λόγω της έμφασής του στον τουρκικό εθνικισμό». Οι Νουρτζού γοητεύουν σημαντικό τμήμα της σπουδάζουσας νεολαίας και των επαγγελματικών τάξεων. «Πρόκειται ουσιαστικά για ένα νεωτεριστικό τάγμα, το οποίο βασίζεται στην θέση πως η δυτική επιστήμη και η ισλαμική πίστη είναι απολύτως συμβατές. Κατά τον Νουρσί, η κατάπτωση του Μουσουλμανικού κόσμου οφείλεται στο ότι, μετά την Χρυσή Εποχή της Βαγδάτης των Αββασιδών, παραμέλησε την παιδεία και την επιστήμη. Η κατάσταση μπορεί, υποστήριζε, να διορθωθεί μόνο αν αποδοθεί και πάλι πρωταρχική σημασία στην επιστήμη. Η προσπάθεια παντρέματος των δύο έκανε τους Νουρτζού εξαιρετικά δημοφιλείς στους τεχνοκράτες και ευρύτατους τομείς της διοίκησης. Από το τάγμα των Νουρτζού ακριβώς ξεπήδησαν πολλές κοινότητες που αργότερα αυτονομήθηκαν, όπως εκείνη των Γκιουλενιστών».

O Κούρδος ιεροκήρυκας Σαΐντ Νουρσί.

Ο «Κομμουνιστικός κίνδυνος», ο κουρδικός εθνικισμός και το «ισλαμικό αντίδοτο» του στρατού
«Ως την δεκαετία του 1960 δεν είχαμε στην Τουρκία οργανωμένο ισλαμιστικό κίνημα» λέει με έμφαση ο δημοσιογράφος Γκιουνέι Γιλντίζ. «Αν δεν είχαμε τόσο ισχυρό κεμαλικό στράτευμα στην Τουρκία, δεν θα είχαμε και πολιτικό Ισλάμ. Aυτό γεννήθηκε ως κατασκεύασμα του στρατεύματος ενάντια στις αριστερές ιδεολογίες. Οι ίδιοι οι ισλαμιστές βέβαια διατείνονται πως έχουν απήχηση στις μάζες επειδή το Ισλάμ βρίσκεται στην ψυχή του τουρκικού έθνους».
«Θεωρώ πολύ αποκαλυπτικό το ότι το πολιτικό Ισλάμ γεννιέται αμέσως μετά το πραξικόπημα του 1960, που αποτέλεσε τον θρίαμβο του παλαιάς κοπής κεμαλισμού» συμφωνεί η Ασλί. «Μετά το 1950 και ως την δεκαετία του 1990, ο Κεμαλισμός ποτέ δεν πολέμησε το ισλαμικό κίνημα με το σθένος που πολέμησε την αριστερά και τον κουρδικό αγώνα για χειραφέτηση»,
«Προκειμένου να κατανοήσουμε την χειραγώγηση του ισλαμισμού από τις ένοπλες δυνάμεις, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως ο στρατός είναι δύναμη κεμαλική, όχι δύναμη εκκοσμίκευσης όπως αυτή νοείται στην Δύση» σημειώνει ο Εράι. «Ο ίδιος ο Ατατούρκ χρησιμοποίησε την θρησκεία όταν του ήταν βολικό, κηρύσσοντας π.χ. τζιχάντ κατά του εχθρού (κατά των Ελλήνων στην Μικρά Ασία) κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Πέραν ενός πολύ περιορισμένου μη κεμαλικού αριστερού κινήματος, δεν υφίσταται στην Τουρκία ομάδα που να υιοθετεί την υπό δυτική έννοια εκκοσμίκευση. Όσο για τους Κεμαλιστές, αυτοί πάντοτε επεδίωκαν τον έλεγχο της θρησκείας, προωθώντας μια δική τους, “μοντέρνα” εκδοχή του σουνιτικού Ισλάμ».
«Μετά το πραξικόπημα του 1960 άρχισε στην Τουρκία η θεαματική άνοδος των ιδεών της αριστεράς. Τα παιδιά μιας ανερχόμενης αστικής τάξης στα αστικά κέντρα γοητεύθηκαν από κάθε λογής ρεύματα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Ταυτόχρονα στρατολογήθηκαν στα αριστερίστικα κινήματα μάζες των δυσαρεστημένων με την κοινωνική ανισότητα και τη φεουδαρχική δομή της κοινωνίας αγροτών· η προσχώρηση στην αριστερά ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή μεταξύ των ετερόδοξων Αλεβιτών» λέει η Ασλί. «Οι κεμαλικές ελίτ και το στράτευμα πανικοβλήθηκαν, αισθανόμενες πως χάνουν τον έλεγχο».
Το 1969 ιδρύεται από τον Νετζμετίν Έρμπακαν η οργάνωσηMillî Görüş («εθνική οπτική»), η πρώτη σοβαρή οργάνωση του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία και πρόδρομος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Έρντογαν. Από το όνομά της και μόνο προκύπτει, πέραν πάσης αμφιβολίας, η σύζευξη του εθνικισμού με την θρησκοληψία. Ο ισλαμιστικός χώρος στην Τουρκία υπήρξε ανέκαθεν εθνικιστικός, όσο και ο κεμαλικός, παρά την εμμονή πολλών ξένων αναλυτών να διατείνονται το αντίθετο. «Η Millî Görüş δεν είναι βέβαια τάγμα, αλλά πολιτική οργάνωση» σημειώνει ο Καραμπεκίρ Ακκογιουνλού. Ωστόσο, όπως το κράτος ανέχεται την εξάπλωσή της, ανέχεται και εκείνη των ταγμάτων, με σημαντικότερο εκείνο Νουρτζού. «Αναζητείται επειγόντως φάρμακο κατά του κομμουνιστικού κινδύνου, που οι κρατικές υπηρεσίες θεωρούν πιο άμεσο και πιο θανατηφόρο από τον ισλαμικό» εξηγεί ο Εράι.

Ο Έρντογαν αγγίζει το φέρετρο του πρώην πρωθυπουργού Έρμπακαν στην κηδεία του το 2011. [BULENT KILIC / AFP]

«Το παράδοξο είναι ότι ευθύς εξ αρχής οι ισλαμιστές διατείνονται πως η κατάργηση του χαλιφάτου και το κεμαλικό κράτος εκτροχίασαν το τουρκικό έθνος, βγάζοντάς το από την ιστορική του συνέχεια. Κι όμως, ο κατεξοχήν θεματοφύλακας του κεμαλικού κράτους, το στράτευμα, όχι μόνο δεν καταδιώκει το πολιτικό Ισλάμ, αλλά το προωθεί στις φτωχογειτονιές των πόλεων ως αντίβαρο στην αριστερά» εξηγεί η δημοσιογράφος. «Η ιστορία θυμίζει έντονα την απόφαση του Σάχη να καταδιώξει την αριστερά πιο βίαια απ’ ότι τους μουλάδες, αλλά και την υιοθέτηση των μουτζαχεντίν από τις ΗΠΑ ως μαχητών της ελευθερίας ενάντια στους Σοβιετικούς. Φαίνεται πως όλοι λησμονούν ότι οι ισλαμιστές, σε βάθος χρόνου, θα χειραφετηθούν από τους κηδεμόνες τους κυνηγώντας την δική τους ατζέντα».
Ολόκληρη την δεκαετία του 1970 στην Τουρκία την σφραγίζει ο ακήρυχτος αλλά αιματηρός εμφύλιος ανάμεσα στην άκρα αριστερά και την ακροδεξιά. Κάθε δεύτερη μέρα μετρά νεκρούς σε ένοπλες συγκρούσεις στην Πόλη, την Άγκυρα, τις πόλεις της ενδοχώρας, ενώ πραγματικές σφαγές σημειώνονται από τους Γκρίζους Λύκους εις βάρος του αμάχου πληθυσμού των Αλεβιτών. Την εποχή αυτή της αιματηρής ιδεολογικής αντιπαράθεσης ένας άσημος ιεροκήρυκας από το τάγμα των Νουρτζού, ο Φετουλάχ Γκιουλένfgulen.com/en από το Έρζερουμ της ανατολικής Τουρκίας, θα θέσει τα θεμέλια της οργάνωσης που σήμερα αποτελεί την πλέον διαβόητη και ισχυρή αδελφότητα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 στρατολογεί τους πρώτους μαθητές του στην Σμύρνη, όπου θητεύει. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έχει πια ιδρύσει μία νέα αδελφότητα, η οποία αυτονομείται από το τάγμα των Νουρτζού αλλά και από το κίνημα του πολιτικού Ισλάμ, για να διαγράψει την δική της πορεία.
Η κατάρρευση κάθε ασφάλειας στην χώρα και ο υπολαμβανόμενος “κομμουνιστικός κίνδυνος οδήγησαν στο πλέον αιματηρό πραξικόπημα της σύγχρονης Τουρκίας, της 12ης Σεπτεμβρίου 1980. Οι μαζικές εκκαθαρίσεις οδήγησαν σε χιλιάδες εκτελέσεις, φυλακίσεις και “εξαφανίσεις”. Η χούντα Εβρέν υιοθέτησε μάλιστα ένα νέο ιδεολόγημα, την «τουρκοϊσλαμική σύνθεση», ως επίσημη κρατική ιδεολογία. Πρόκειται για ένα αμάλγαμα του τουρκικού εθνικισμού με τον ισλαμισμό, που στόχευε να “ειρηνεύσει” την ιδεολογικά σπαρασσόμενη τουρκική κοινωνία. «Η πάταξη της αριστεράς από την χούντα και η προώθηση της τουρκοϊσλαμικής σύνθεσης διευκόλυναν την Millî Görüş και τα τάγματα να αλώσουν τις φτωχογειτονιές των μεγαλουπόλεων, καλύπτοντας το κενό που άφησε η αριστερά» λέει ο Ακκογιουνλού.

Αριστεροί διαδηλωτές το 2012 με φωτογραφίες ανθρώπων που εκτελέστηκαν ή πέθαναν κατά τη διάρκεια της χούντας του Εβρέν, διαδηλώνουν έξω από το δικαστήριο στην Άγκυρα όπου δικαζόταν ο 95χρονος πλέον στρατηγός, τρεις δεκαετίες μετά το πραξικόπημα. [ADEM ALTAN / AFP]

«Ο Τουργκούτ Οζάλ ήταν ο πρώτος Τούρκος πρωθυπουργός που είναι μέλος θρησκευτικής αδελφότητας, παραφυάδος του τάγματος των Νακσιμπεντί, κάτι που δεν προσπαθεί να κρύψει. Το σλόγκαν “θρήσκος πρωθυπουγός” του εγγυάται την ψήφο μεγάλου αριθμού των συντηρητικότερων στρωμάτων» εξηγεί η Ασλί. «Κατά την πρωθυπουργία Οζάλ η τουρκοϊσλαμική σύνθεση φθάνει στο ιδεολογικό της απόγειο. Πανεπιστήμια, διπλωματικό σώμα, Τύπος την προωθούν ως επίσημη κρατική θέση».
Ταυτόχρονα όμως ξεσπά ο ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ. «Εδώ, στις κουρδικής πλειοψηφίας περιοχές της επικράτειας, δρουν ανέκαθεν τα πλέον συντηρητικά από τα ισλαμικά τάγματα, ιδίως οι Νακσιμπεντί. Εδώ πάλι, η συμπαράταξη του κεμαλικού κράτους και δη του στρατεύματος με τον ισλαμιστικό χώρο υπήρξε η στενότερη και η πιο ανίερη» επισημαίνει ο Εράι. «Θεωρώντας πως το πολιτικό Ισλάμ και οι διακηρύξεις περί τουρκοκουρδικής ενότητας υπό την ομπρέλα της θρησκείας θα ήταν ο μόνος δρόμος να καταπολεμηθεί το κουρδικό κίνημα, οι υπηρεσίες ασφαλείας δημιούργησαν ένα τέρας.
Η κουρδική Χεζμπολάχ υπήρξε μία τζιχαντικών αντιλήψεων ένοπλη πολιτοφυλακή, με διακεκηρυγμένο στόχο να χτυπά τους Κούρδους αυτονομιστές. Παράλληλα, βεβαίως, χτυπούσε όλες τις μη μουσουλμανικές και μη σουνιτικές κοινότητες της περιοχής, τους διανοουμένους και οποιονδήποτε θεωρούσε αριστερό ή αριστερίζοντα. Τελικά, η Χεζμπολάχ εξαρθρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 από τις ίδιες τις μυστικές υπηρεσίες που την είχαν κατασκευάσει και χειραγωγήσει. Στην περίπτωση αυτή, μία σκιώδης ισλαμιστική οργάνωση δημιουργήθηκε, ελέχθηκε πλήρως και εξαρθρώθηκε από τον σκληρό πυρήνα του κράτους».
H Τουρκία έχει πάνω από 85.000 τζαμιά. Η αντιστοιχία τζαμιών προς κατοίκους είναι 1 προς 350, ενώ εκείνη των νοσοκομείων 1 προς 60.000
Σήμερα, η Τουρκία έχει πάνω από 85.000 τζαμιά. H Τουρκία έχει πάνω από 85.000 τζαμιά. Η αντιστοιχία τζαμιών προς κατοίκους είναι 1 προς 350, ενώ εκείνη των νοσοκομείων 1 προς 60.000. «Το κράτος ίδρυσε, τεμένη και στις περιοχές με αμιγή πληθυσμό Αλεβιτών, παρά τη θέλησή τους, ακριβώς για να τους επιβάλει το σουνιτικό Ισλάμ. Τα ιερά των Αλεβιτών (cemevi) ακόμη δεν αναγνωρίζονται ως χώροι λατρείας ισότιμοι με τα τζαμιά» σημειώνει οργισμένη η Ασλί. «Ένας στρατός από 90.000 ιμάμηδες πληρώνεται από το κράτος, πολυπληθέστερος από τον αριθμό των ιατρών ή διδασκάλων, ενώ από την εποχή της χούντας παραμένει ως υποχρεωτική στα σχολεία η διδασκαλία των θρησκευτικών, και μάλιστα του σουνιστικού Ισλάμ. Νομίζω είναι προφανής η εκστρατεία του κράτους να μας στρέψει από την δική μας παράδοση στην επίσημη θρησκεία –γιατί τέτοια πρέπει να θεωρείται η θρησκεία που προωθεί με κάθε μέσο».
Η κοινοβουλευτική μάχη του πολιτικού Ισλάμ και ο «υπόγειος αγώνας» των Γκιουλενιστών
Τόσο το πολιτικό Ισλάμ όσο και πολλές από τις ισλαμικές αδελφότητες επιθυμούν την αλλαγή του κρατικού προσανατολισμού προς μοντέλα πιο ισλαμικά, και την ανατροπή πολλών από τις μεταρρυθμίσεις του Ατατούρκ. Σιγά σιγά αρχίζει να διαφαίνεται ξεκάθαρα η διαφορετική στρατηγική ανάμεσα στο πολιτικό Ισλάμ και στην αδελφότητα εκείνη που θα ξεχωρίσει ως η πλέον φιλόδοξη: το Kίνημα Χιζμέτ του Φετουλάχ Γκιουλέν. «Ο χώρος του πολιτικού Ισλάμ συμπεριφέρθηκε ανέκαθεν ανοικτά, ιδρύοντας πολιτικά κόμματα και διεκδικώντας δια της κοινοβουλευτικής οδού τις ψήφους τω συντηρητικότερων στρωμάτων» λέει ο Εράι. «Τα συνθήματά τους στόχευαν τα διεγείρουν έναν ισλαμιστικό εθνικισμό. Εκείνο, θυμάμαι, που ακουγόταν πολύ συχνά την δεκαετία του 1990 ήταν πως το ισλαμικό κίνημα θα έφερνε τη“δεύτερη Άλωση” της Πόλης και της χώρας, ελευθερώνοντάς τις από τα χέρια των “προδοτών της πίστεως”. Και θα“απελευθέρωνε την Αγία Σοφία από τις αλυσίδες της”, επαναφέροντάς την στην ισλαμική λατρεία. Χάρη στο χάος μεταξύ των κεμαλικών κομμάτων, που αναλώνονταν σε μικροπολιτικές έριδες ανάμεσα στους αρχηγούς τους, το ισλαμικό κίνημα σάρωσε στις δημοτικές εκλογές του 1994, καταλαμβάνοντας τις δημαρχίες της Πόλης και της Άγκυρας ανάμεσα σε πολλές άλλες. Έκτοτε δεν τις έχασε ποτέ» εξηγεί ο ιστορικός. «Ο χώρος του Millî Görüş εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο τον πόλεμο της Βοσνίας και τα αισθήματα που αυτός προκάλεσε στην Τουρκία για να αυξήσει την δύναμή του. Οι εξελίξεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία και η κατάλληλη χειραγώγησή τους του έδωσαν τρομερή ώθηση» λέει ο Γκιουνέι Γιλντίζ.
«Το 1996-7 το Κόμμα της ΕυημερίαςWikipedia, το τότε πολιτικό μόρφωμα του Millî Görüş υπό τον Νετζμετίν Έρμπακαν, μπόρεσε για πρώτη φορά να σχηματίσει κυβέρνηση, σε συνασπισμό με το Κόμμα του Ορθού ΔρόμουWikipedia της διαβόητης για τη διαφθορά της Τανσού Τσιλέρ. Το Κόμμα της Ευημερίας τα έκανε επιεικώς θάλασσα, προσβάλλοντας σε κάθε ευκαιρία το κομμάτι εκείνο του πληθυσμού που φοβόταν την ισλαμοποίηση της τουρκικής κοινωνίας» εξηγεί ο Εράι. «Η επέμβαση του στρατεύματος το 1997 έγινε όχι με τανκς, αλλά μέσω υπομνήματος –τότε ο στρατός είχε ακόμη τόση ισχύ ώστε η κυβέρνηση παραιτήθηκε πανικόβλητη. Το στράτευμα επενέβη για να σώσει τον όποιο κοσμικό χαρακτήρα του κράτους. Ωστόσο, στις κουρδικές επαρχίες όχι μόνο δεν περιόρισε την δράση των ισλαμικών ταγμάτων, αλλά συνέχισε να ενθαρρύνει το άνοιγμα κορανικών σχολείων παντού, ως ιδεολογικό αντίποδα στο ΡΚΚ».
«Ο χώρος των ισλαμικών αδελφοτήτων δεν έχει την σχετική ομοιογένεια του πολιτικού Ισλάμ» εξηγεί ο Χαϊντάρ, μελετητής του ευρύτερου ισλαμικού κινήματος. «Υφίστανται πολλές αδελφότητες, με αντίθετες θεωρίες και συμφέροντα και έντονο μεταξύ τους ανταγωνισμό. Εκείνη που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι βεβαίως η κοινότητα του Γκιουλέν, το Κίνημα Χιζμέτ. Όχι μόνο λόγω της ενδεχόμενης ανάμιξής της στο τελευταίο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, αλλά και για το ότι υπήρξε ανέκαθεν η πιο φιλόδοξη αδελφότητα, και η μόνη που είχε στόχο να καταλάβει τα κέντρα της κρατικής εξουσίας. Τα λοιπά τάγματα και αδελφότητες, καθόσον γνωρίζω, ουδέποτε είχαν αντίστοιχη φιλοδοξία. Συνήθως μάλιστα τονίζουν τον πνευματικό χαρακτήρα τους και την απόσταση που η πνευματικότητα τους επιβάλλει να έχουν από την πολιτική».
Σήμερα γίνεται πολύς λόγος για την υπόγεια δράση του κινήματος Γκιουλέν, που στόχευε να διεισδύσει σε όλους τους κρατικούς μηχανισμούς (πανεπιστήμια, αστυνομικές και στρατιωτικές σχολές, δυνάμεις ασφαλείας, δικαιοσύνη) γεμίζοντάς τους ικανά αλλά και πειθήνια στελέχη. «Η τακτική αυτή άρχισε την δεκαετία του 1970» εξηγεί ο Χαϊντάρ. «Οι Γκιουλενιστές γνώριζαν ότι ο ισλαμικός χώρος δεν θα μπορούσε να καταλάβει την εξουσία με εκλογές, λόγω της αντίθεσης του στρατεύματος. Μετά το πραξικόπημα του 1960, ο Μεντερές εκτελέσθηκε. Δεν ήταν καν ισλαμιστής! Αργότερα, τα διάφορα κόμματα της Millî Görüş απαγορεύθηκαν το ένα μετά το άλλο από το Συνταγματικό Δικαστήριο, τύχη που κινδύνευσε να έχει και το ΑΚΡ το 2008. Το 1997 η κυβέρνηση Έρμπακαν/Τσιλέρ απομακρύνθηκε με την φραστική και μόνο επέμβαση του στρατού…»
Για τους Γκιουλενιστές, ο κοινοβουλευτικός και δημοκρατικός δρόμος δεν αποτελούσε εναλλακτική. Ο αγώνας για την «αλλαγή πορείας» της χώρας έπρεπε να γίνει υπογείως, με την σταδιακή κατάληψη της κρατικής μηχανής. Το κίνημα του Γκιουλέν εργάσθηκε ακάματα, με φοβερή μεθοδικότητα και με επιτυχία για την άλωση της σπονδυλικής στήλης του κράτους. O ίδιος ο αρχηγός, ο «χοτζά-εφέντη» για τους πιστούς του, αυτοεξορίσθηκε στις ΗΠΑ το 1999, φοβούμενος μία ενδεχόμενη σύλληψη.
Το τζιχάντ της εκπαίδευσης: Τα Σπίτια του Φωτός και η Χρυσή Γενιά
Ο κατεξοχήν χώρος δράσης των Γκιουλενιστών ήταν η εκπαίδευση, την οποία χειραγωγούσαν προκειμένου να στρατολογήσουν κατηρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό. Πολλοί αναφέρονται ειρωνικά στις τακτικές τους ως «τζιχάντ της εκπαίδευσης». Το κίνημα Γκιουλέν δρούσε στον χώρο της εκπαίδευσης σε πολλαπλά επίπεδα. Διατηρούσε ένα εκτεταμένο δίκτυο φροντιστηρίων που κάλυπτε ολόκληρη την επικράτεια και ένα εξίσου εκτεταμένο δίκτυο κοιτώνων, τα Σπίτια του Φωτός· χιλιάδες σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και έναν αριθμό ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Όταν εγκαταστάθηκα στην Τουρκία το 2003, κάθε αναφορά στον Γκιουλέν και την «αδελφότητα» έφερνε αμέσως στο μυαλό του μέσου πολίτη τα φροντιστήρια. Στην Τουρκία, όπως και στην Ελλάδα, το παράδοξο σύστημα του φροντιστηρίου ανθούσε χάρη σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό συγκεντρωτικό σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων για τα ΑΕΙ. Τα περισσότερα μεγάλα φροντιστήρια ανήκαν, με διαβεβαίωναν, στο κίνημα του Γκιουλέν.
«Οι Γκιουλενιστές ήταν οι καλύτεροι κυνηγοί κεφαλών που γνωρίζω» εξηγεί ο Οντέρ, που εργάζεται σε τράπεζα επενδύσεων. «Πέρασα από το FEM, το καλύτερο από τα φροντιστήριά τους. Το FEM λειτουργούσε ειδικές τάξεις για προικισμένους μαθητές, στους οποίους δινόταν ολική υποτροφία. Κάθε χρονιά, διενεργούσαν εξετάσεις για το πρόγραμμα αυτό δωρεάν φοίτησης, το οποίο φρόντιζαν να διαφημίσουν στα καλύτερα σχολεία της Πόλης, ιδιωτικά και δημόσια. Σε όλα τα σχολεία υπήρχε κάποιος δικός τους μεταξύ των διδασκόντων, που φρόντιζε να διαδώσει το νέο. Ο στόχος, βεβαίως, ήταν να μαζέψουν γύρω τους τους καλύτερους και περισσότερα υποσχόμενους μαθητές. Στα φροντιστήρια γινόταν σοβαρή δουλειά. Επικρατούσε η πειθαρχία και η εργατικότητα. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί Ευρωπαίοι σχολιαστές για χρόνια περιέγραφαν το κίνημα σαν “Τούρκους Προτεστάντες!” Η εργασία και η επιτυχία προωθούντο ως υπέρτατα ιδανικά. Σε κάθε περίπτωση, τα φροντιστήρια ήταν φυτώρια προσηλυτισμού. Εκείνους που a priori δεν θα μπορούσαν να τους κάνουν πλύση εγκεφάλου (π.χ. γιατί ανήκαν σε μη μουσουλμανικές μειονότητες) τους διαφήμιζαν ως poster boys, για να στείλουν το μήνυμα πως αποδέχονται και αγκαλιάζουν τους πάντες».
Ο Αράμ υπήρξε ένα από τα poster boys του FEM. «Διάλεξα να πάω στο FEM γιατί ήταν με διαφορά το καλύτερο φροντιστήριο. Φυσικά, η προσφορά πλήρους υποτροφίας ήταν άλλος ένας σοβαρός λόγος. Πέρασα το τεστ και με ενέταξαν στο ιδιαίτερο τμήμα προικισμένων μαθητών. Είχα ακούσει πολλά για τους Γκιουλενιστές. Καθώς είμαι Αρμένιος, δεν με πολυανησυχούσε το ενδεχόμενο θρησκευτικής κατήχησης. Η διαφορά του FEM από τα άλλα φροντιστήρια ήταν πως είχαν αναπτύξει ένα άρτιο δίκτυο υποστήριξης, που σε κινητοποιούσε πραγματικά να προσεγγίσεις τον στόχο σου. Στην εφηβεία είναι δύσκολο για πολλούς να δείξουν την απαιτούμενη προσήλωση. Για την την τάξη μου, το FEM στόχευε να καταταγούμε μεταξύ των 150 πρώτων, σε μία εξέταση στην οποία συμμετέχει ενάμισι εκατομμύριο μαθητές. Παρακολουθούσαν συνεχώς τις επιδόσεις μας με διαγωνίσματα. Είχαν υφάνει ένα δίκτυο ακαδημαϊκής και ψυχολογικής στήριξης. Καθένας μας βρισκόταν στην φροντίδα δύο άαμπιάαμπι=μεγάλος αδελφός, αποφοίτων του FEM και μέλη φυσικά της αδελφότητας. Οι άαμπι μας καθοδηγούσαν και ήταν στην διάθεσή μας 24 ώρες το 24ωρο, για κάθε ερώτηση και κάθε πρόβλημα, ακαδημαϊκό και μη. Μπορούσες να τους τηλεφωνήσεις στις 3 το πρωί. Έκαναν μάλιστα συχνά επισκέψεις στα σπίτια μας, για να δουν αν υπήρχαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για να μελετάμε απερίσπαστοι. Όσον αφορά στον προσηλυτισμό, στη δική μας τάξη δεν παρατήρησα τέτοια φαινόμενα. Γνωρίζω όμως πως η κατάσταση ήταν διαφορετική στις κανονικές τάξεις. Εκεί οι άμπι ενθάρρυναν τους μαθητές να πηγαίνουν μαζί στις προσευχές καθώς υπήρχε χώρος προσευχής στο φροντιστήριο. Ο όποιος προσηλυτισμός στο FEM γινόταν στους περίφημους κοιτώνες, όπου ενθάρρυναν πολλούς μαθητές να μένουν κατά διαστήματα για να μελετούν πιο αποδοτικά. Ενθαρρύνονταν να συμμετέχουν σε συζητήσεις ψυχολογικής στήριξης, όπου πάντα σερβιριζόταν πιλάφι και πάντα η κουβέντα γύριζε στην πίστη. Τελούνταν φυσικά οι πέντε ισλαμικές προσευχές και σε ενθάρρυναν να συμμετάσχεις…»
Ο Αράμ πήγε πολύ καλά στις εισαγωγικές εξετάσεις και είναι σήμερα επιχειρηματίας που ζει στο εξωτερικό. «Με την επιτυχία μου στις εξετάσεις το όνομά μου ακούσθηκε. Χάρη σε μένα πήγαν πολλοί Αρμένιοι στο ΜΕF. Κάλεσαν μάλιστα τον πατέρα μου να μιλήσει σε εκδήλωση γονέων υποψήφιων μαθητών». Αισθάνεται ευγνωμοσύνη για το FEM. «Μας βοήθησαν πάρα πολύ να πετύχουμε». Ο Τζιαν, παιδικός του φίλος με τον οποίον βρέθηκαν στην ίδια «τάξη προικισμένων μαθητών» συμφωνεί. Μαχητικά άθεος ο ίδιος, προτίμησε το FEM για τους ίδιους με τον Αράμ λόγους. Κατετάγη μεταξύ των είκοσι πρώτων στις εισαγωγικές εξετάσεις. «Ο άαμπι στον οποίο είχε ανατεθεί η επίβλεψή μου με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε μέρα, να ελέγξει αν είμαι καλά. Οι άνθρωποι με τους οποίους ήλθα σε επαφή εκεί ήταν πολύ σωστοί. Ό,τι έκαναν οπωσδήποτε δεν το έκαναν για χρήματα». Αράμ και Τζιαν συμφωνούν πως οι Γκιουλενιστές για χρόνια επένδυαν στο ανθρώπινο δυναμικό. «Ό,τι κι αν έκαναν, ήθελαν να είναι οι καλύτεροι».
Τα φροντιστήρια ήταν ένας μία από τις διόδους δια των οποίων οι Γκιουλενιστές διείσδυσαν στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ένας άλλος ήταν τα περίφημα Σπίτια του Φωτός (ışıkevleri). Πρόκειται για οργανωμένες εστίες που λειτουργούσαν στις επαρχιακές πόλεις για τη φιλοξενία μαθητών από τα χωριά που συνέρρεαν στα εκεί γυμνάσια-λύκεια, αλλά και στις μεγάλες πόλεις για την στέγαση φοιτητών. Φυσικά, τα σπίτια ήταν αυστηρά χωρισμένα κατά φύλο. «Η οικογένειά μου δεν είχε την παραμικρή οικονομική άνεση. Ήταν μικροκαλλιεργητές. Αναγκάστηκα να μείνω σε ένα από αυτά τα σπίτια για να βγάλω το λύκειο, καθώς λύκειο στο χωριό δεν υπήρχε και στην διπλανή πόλη τα Σπίτια του Φωτός ήταν η φθηνότερη λύση» εξηγεί η Ασλί. «Οι εστίες τους επωφελούνταν από την απουσία αντίστοιχης μέριμνας σε κρατικό επίπεδο, αυτό είναι όλο!»
Η προσπάθεια να την κατηχήσουν ήταν εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία. «Τους είχαμε κρύψει ότι η οικογένειά μου είναι Αλεβίτες, γιατί φοβόμασταν ότι δεν θα με έπαιρναν. Η άμπλα μας ξυπνούσε αξημέρωτα για την πρωινή προσευχή. Στο ναμάζι (τελετουργική προσευχή) τραγουδούσα από μέσα μου ροκ τραγούδια, έβριζα ή έλεγα τα μαθήματά μου. Ήμουν φοβερό τρολ».
Η Ασλί άρχισε να εργάζεται τα χρόνια της φοίτησής της και έτσι δεν αναγκάσθηκε να ξαναμείνει σε εστία Γκιουλενιστών. Αλλά δεν ήταν εύκολο για όλους να αντισταθούν στην κατήχηση. «Τα παιδιά που στεγάζονταν στα Σπίτια του Φωτός ήταν παιδιά φτωχών οικογενειών. Αισθάνονταν συνεχώς την απειλή πως αν δεν πειθαρχούσαν στις οδηγίες των μεγάλων αδελφών, θα τα έδιωχναν από το σπίτι. Η συμμετοχή στις πέντε καθημερινές προσευχές και στις συζητήσεις με τους μεγαλύτερους, όπου γινόταν η θρησκευτική κατήχηση, ήταν υποχρεωτική. Μας παρότρυναν να φέρνουμε και φίλους μας, για να γνωρίζονται με την αδελφότητα. Πάντα στις συζητήσεις αυτές σερβιριζόταν πιλάφι, αν με ρωτήσεις πραγματικά δεν ξέρω γιατί. Έχω φάει τόσο πιλάφι στο ışıkevi που έβλεπα ρύζι για χρόνια και ανακατευόμουν!
Στις εστίες δεν υπήρχε τηλεόραση, παρά ενίοτε στους κοινούς μόνο χώρους. Πάντα λειτουργούσε παρουσία ενός από τους μεγάλους αδελφούς/αδελφές, και πάντα επιτρεπόταν να παρακολουθούμε μονάχα τα κανάλια που ανήκαν στην αδελφότητα. Όταν οι μεγάλοι αδελφοί/αδελφές έλειπαν, τις κλείδωναν! Με το επιχείρημα ότι οι μαθητές όφειλαν στην αδελφότητα, που τους παρέσχε ευκαιρίες στέγασης και μόρφωσης, οι αδελφοί / αδελφές κρατούσαν επικοινωνία με τους αποφοίτους των φροντιστηρίων και των Σπιτιών του Φωτός, ζητώντας τακτικά δωρεές από όσους είχαν χτίσει μια καριέρα και χάρες από εκείνους που είχαν τοποθετηθεί στην διοίκηση. Πολλοί από τους πλουσιότερους, κατ’ εντολή του Γκιουλέν, ίδρυσαν σχολεία ή Σπίτια του Φωτός για το τάγμα».
Τα φρονιστήρια και τα ışıkevleri δρούσαν παράλληλα με την κρατική εκπαίδευση, στοχεύοντας να ακυρώσουν τα μηνύματά της. Η αδελφότητα επενέβαινε στην παιδεία, ωστόσο, και με πολύ πιο άμεσο τρόπο, καθώς διατηρούσε εκατοντάδες γυμνάσια και λύκεια σε όλην την χώρα“Inside Turkey’s Secretive, Islamic ‘Gulen’ School Movement”, The Atlantic, και δεκάδες ιδιωτικά πανεπιστήμια. «Ο στόχος, στον οποίον έχει αναφερθεί επανειλημμένως ο Γκιουλέν, ήταν η δημιουργία της περίφημης Χρυσής Γενιάς» λέει η Ασλί. «Έκανε λόγο για τις “χαμένες γενιές” της κρατικής εκπαίδευσης και ευαγγελιζόταν τη δημιουργία μίας νέας διοικητικής τάξης που θα αναλάμβανε τα ηνία όχι μόνο της Τουρκίας, αλλά και του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου. Αυτήν την γενιά θα την αποτελούσαν άτομα θρήσκα, ηθικά, που δεν θα έπιναν αλκοόλ, δεν θα εισέπρατταν τόκους και θα συμπεριφέρονταν κατά τόπο ισλαμικό. Ταυτόχρονα θα ήταν άρτια κατηρτισμένα στις ειδικότητές τους, φιλόδοξα, ταγμένα στην επαγγελματική επιτυχία για όφελος όχι προσωπικό, αλλά εκείνο της αδελφότητας».
Η αδελφότητα μερίμνησε να στελεχώσει τα σχολεία της με παιδιά οικογενειών που διέθεταν ήδη επιρροή, ιδίως δε οικονομική επιφάνεια. Οι οικογένειές τους θα ενίσχυαν την οικονομική βάση της οργάνωσης, βοηθώντας το έργο της. «Τα μέλη της οργάνωσης ήταν ιδιαίτερα δραστήρια στην προσέγγιση οικογενειών με οικονομική επιφάνεια, ώστε να γράψουν τα παιδιά τους στα σχολεία της» λέει ο Χαϊντάρ. «Ήξεραν ποιον να πλησιάσουν, πώς να του μιλήσουν και τι ακριβώς να πουν. Στους Κεμαλιστές προσποιούνταν τους Κεμαλιστές, στους Τούρκους εθνικιστές σέρβιραν τα γνωστά εθνικιστικά συνθήματα, στους Κούρδους εμφανίζονταν ως υποστηρικτές του κουρδικού αγώνα. Με τους Αλεβίτες και τους αριστερούς δεν έχαναν χρόνο».
Εξισλαμισμός κράτους και κοινωνίας στην Τουρκία, εκτουρκισμός του Ισλάμ στο εξωτερικό
Η αυστηρά δομημένη και απόλυτα ιεραρχική οργάνωση διοχέτευε προσεκτικά τα μέλη της “Χρυσής Γενιάς” σε νευραλγικά πόστα της διοίκησης. Η άλωση του κράτους εκ των έσω, με την αντικατάσταση των στελεχών της κεμαλικής διοικούσας τάξης από πιστά στελέχη της Αδελφότητας Χιζμέτ, θεωρήθηκε ο πλέον πρόσφορος τρόπος να δοθεί τέλος στην «ιστορική παρένθεση» του κεμαλισμού.
«Πολλοί μαθητές στα γυμνάσια της αδελφότητας και θαμώνες στα Σπίτια του Φωτός παρακινήθηκαν, καθ’ υπόδειξη των “μεγάλων αδελφών” τους, να συμμετάσχουν στις εξετάσεις των στρατιωτικών λυκείων» λέει η Ασλί. «Η είσοδος πιστών της οργάνωσης στο στράτευμα και η κατάληψη των ανώτατων βαθμών της ιεραρχίας, ώστε να ξεριζωθεί ο κεμαλικός χαρακτήρας του, υπήρξε εξαρχής προτεραιότητα. Γνωστοί μου από τις μέρες του οικοτροφείου μου διηγήθηκαν αργότερα πως οι “μεγάλοι αδελφοί” τους παρότρυναν να γραφούν σε γυμναστήρια, να συμμετέχουν σε αγώνες ώστε να φτιάξουν τη φυσική τους κατάσταση για τις εξετάσεις των στρατιωτικών λυκείων. Τους έστειλαν να κάνουν ιατρικές εξετάσεις για κάθε πρόβλημα υγείας που θα αποτελούσε κώλυμα. Παράλληλα, τους γινόταν κατήχηση για το πώς ο Ατατούρκ ήταν αμαρτωλός, έκφυλος, παιδεραστής, εχθρός του Ισλάμ, κρυπτοεβραίος και πράκτορας του Σιωνισμού…»
«Η διείσδυση της αδελφότητας στο στράτευμα άρχισε το 1971» σημειώνει ο Χαϊντάρ. «Οργανώθηκαν στο στράτευμα κατά κρυφό τρόπο που θυμίζει τις ελευθεροτεκτονικές οργανώσεις, αλλά με πολύ λιγότερο ευγενή κίνητρα. Προωθούσαν και προστάτευαν τα νεαρά παιδιά της Χρυσής Γενιάς που εισάγονταν στις στρατιωτικές σχολές, και αργότερα γίνονταν αξιωματικοί. Είχαν μάλιστα και κωδικούς που χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους. Είναι αξιοσημείωτο πως, παρότι η αδελφότητα ενθάρρυνε τις κοπέλες της Χρυσής Γενιάς να καλύψουν τα μαλλιά τους, παρότρυνε τους δικούς της που είχαν εισχωρήσει στις ένοπλες δυνάμεις να παντρευτούν με γυναίκες χωρίς μαντίλα, για να μην προκαλέσουν υποψίες. Στα πλαίσια της προσπάθειας να παραμένουν κρυφοί, τους διαβεβαίωναν πως δεν συνιστούσε αμαρτία να πιουν αλκοόλ δημόσια αν χρειαζόταν ή να εμφανισθεί η σύζυγός τους στην παραλία με μαγιό. Παράλληλα, το κίνημα στελέχωσε την αστυνομία, τη δικαιοσύνη, το διπλωματικό σώμα. Οπαδοί του Γκιουλέν βρέθηκαν παντού, να κατέχουν θέσεις κλειδιά στην κορυφή της ιεραρχίας. Χιλιάδες παρακινήθηκαν να καταλάβουν καίριες θέσεις στις μεγαλύτερες εταιρείες».
Η δράση του κινήματος ήταν αντίστοιχα φιλόδοξη και στο εξωτερικό. Στόχος εκεί ήταν η εκστρατεία γοητείας, πάλι μέσω της εκπαίδευσης, ώστε να παράγουν “τουρκοτραφείς” ντόπιες ελίτ και να εκτουρκίσουν το τοπικό Ισλάμ. «Η κοινότητα του Γκιουλέν άνθησε με πρωτοφανή ταχύτητα χάρη σε δύο γεγονότα. Το ένα, εσωτερικό, ήταν η προώθηση της τουρκοϊσλαμικής σύνθεσης και το όλο κλίμα που δημιούργησε. Το άλλο ήταν εξωτερικό: η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή δημιούργησε νέες ευκαιρίες προσέγγισης με τις τουρκογενείς δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, με όπλα το Ισλάμ και την τουρκική γλώσσα» εξηγεί ο Γκιουνέι Γιλντίζ.
«Οι Γκιουλενιστές εισέβαλαν στο Υπουργείο Εξωτερικών και αναρριχήθηκαν γρήγορα στην ιεραρχία του. Γέμισαν με γυμνάσια και λύκειαWikipedia το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τουρκμενιστάν, το Κιργκιζιστάν. Τα συντριπτικά περισσότερα ήταν σχολεία αρρένων. Διδάσκονταν με ζήλο οι θετικές επιστήμες, η τουρκική και η αγγλική γλώσσα. Ο προσηλυτισμός γινόταν κυρίως με εξωσχολικές δράσεις και στόχος ήταν να αποκατασταθεί ο δεσμός κράτους και κοινωνίας με την ισλαμική πίστη. Προκάλεσαν έτσι μια αναβίωση της θρησκευτικότητας, σε χώρες όπου αυτή είχε ατονήσει ύστερα από δεκαετίες σοβιετικής διακυβέρνησης, αλλά και του παντουρκισμού, που τον προωθούσε τόσο το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών όσο και το κίνημα Γκιουλέν».
Από την Κεντρική Ασία η δράση της αδελφότητας εξαπλώθηκε στην Ρωσία (ιδίως μεταξύ των Τατάρων και των λαών του Καυκάσου), τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια, αλλά και την Δυτική Ευρώπη και την Νότια Αμερική. Σχολεία της οργάνωσης λειτούργησαν σε 110 χώρες. Στόχος της τεράστιας αυτής επιχείρησης ήταν η δημιουργία τοπικών ελίτ που θα αναλάμβαναν μια μέρα την διακυβέρνηση και θα διάκειντο φιλικά προς την Τουρκία. Προσωπικά, με είχε εντυπωσιάσει η περίοπτη διαφήμιση των σχολείων της αδελφότητας στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων και των Τιράνων. Είχα συναντήσει Γκιουλενιστές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, από το Μπουένος Άιρες και τη Βουδαπέστη μέχρι την Τιφλίδα και την Αντίς Αμπέμπα. Τα σχολεία ενθαρρύνονταν από τις κατά τόπους διπλωματικές αποστολές και θεωρούνταν σοβαρός στυλοβάτης του soft power της «νέας Τουρκίας» του ΑΚΡ. Σοβαρότερος και από τις διάσημες παγκοσμίως σαπουνόπερες. Στην Αργεντινή, η σημαντική αρμενική κοινότητα της χώρας μου μίλησε για τις συνεχείς παρενοχλήσεις που δεχόταν από τους Γκιουλενιστές: αισθανόταν υπό συνεχή παρακολούθηση, ενώ ένιωθε άβολα με την ακάματη προπαγάνδα από τους Γκιουλενιστές των θέσεων περί άρνησης της Γενοκτονίας.
Το εύλογο ερώτημα είναι πού έβρισκε η αδελφότητα τον πακτωλό χρημάτων που ήταν απαραίτητος για όλη αυτήν την επιχείρηση. «Το Ισλάμ, ας μην ξεχνάμε, είναι η θρησκεία των εμπόρων» τονίζει ο Κορχάν, στέλεχος ενός από τoυς μεγαλύτερους τουρκικούς ομίλους επιχειρήσεων. «Καταρχήν, το εμπόριο δεν θεωρείται πως έρχεται σε αντίθεση με την πνευματικότητα, καθώς παρέχει τα απαραίτητα μέσα για όλες τις αγαθοεργίες. Υπάρχουν όμως όρια. Στη δουλειά μου γνώρισα πολλά μέλη της αδελφότητας. Αυτό που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση είναι πως, σε αντίθεση με τα μέλη άλλων ταγμάτων, δεν συνομιλούν ποτέ για θέματα πνευματικά. Μιλούν μονάχα για το χρήμα και την επιτυχία και, παρότι δεν είμαι καθόλου θρήσκος, ομολογώ πως αρχικά αυτό με σόκαρε. Έχω συγγενείς στους Μεβλεβί και Μπεκτασί. Όσο και αν δεν με αγγίζουν, είχα διαγνώσει σε εκείνους ένα πνευματικό πάθος. Τίποτε το αντίστοιχο δεν βρήκα στους Γκιουλενιστές, παρά μονάχα μια τρομερή προσήλωση στο καπιταλιστικό ήθος και μανία για την επιτυχία. Στο Καζακστάν, όπου εργαζόμουν, γνώρισα τον άνθρωπο που ήταν το “ταμείο”’ του Γκιουλέν για το Καζακστάν. Μου είχε εκμυστηρευθεί πως κάθε μήνα μετέφεραν το 10% του μισθού τους στην οργάνωση. Αυτό δεν είναι θρησκευτικό τάγμα, είναι εμπορική αδελφότητα! Στα τάγματα συνηθίζονται οι δωρεές, αλλά όχι φυσικά με τέτοια κανονικότητα, ενώ υπόκεινται στην βούληση του δωρητή. Λέγεται πως η αδελφότητα διαχειρίζεται μία περιουσία της τάξεως των 150 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή ποσό ίσο σχεδόν με το ένα πέμπτο του ΑΕΠ της Τουρκίας!»
Ο Γκιουνέι Γιλντίζ προσθέτει πως, πέραν των γενναιόδωρων ποσών που δωρίζουν οι επιχειρηματίες και άλλα εύπορα μέλη της αδελφότητας, την διάδοση του έργου της έχει βοηθήσει πολύ η προσφορά εθελοντικής εργασίας από χιλιάδες μέλη της Χρυσής Γενιάς. «Κακά τα ψέμματα, εργάζονται πολύ αποτελεσματικά και έχουν μάθει να δρουν ομαδικά».
Γκιουλέν – Έρντογαν: από την συμπόρευση στην ολική σύγκρουση
Ο τρόπος δράσης του πολιτικού Ισλάμ (εμφανής δια της πολιτικής οδού) και των Γκιουλενιστών (υπόγειος) είναι, όπως αναφέρθηκε, πολύ διαφορετικός. Όταν το ΑΚΡ του Ταγίπ Έρντογαν, κόμμα που κατάγεται από το κίνημα της Millî Görüş, κατέλαβε την εξουσία το 2002, ξεκίνησε μία αγαστή συμπόρευση των δύο χώρων, που κράτησε ως περίπου το 2012. Παρά τις όποιες διαφορές τους, το ΑΚΡ και τους Γκιουλενιστές ένωνε η κοινή αποστολή αποκεμαλικοποίησης του κράτους, καθώς και ο φόβος ενδεχόμενης επέμβασης του στρατού.
Τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης από το ΑΚΡ, η Αδελφότητα Χιζμέτ έφθασε στο απόγειο της ισχύος της. Από το 2007, με την εκλογή στην προεδρία του Αμπνουλάχ Γκιουλ, άρχισε η “εκκαθάριση” των υπολειμμάτων της παλιάς κεμαλικής τάξης από τα προπύργιά της: τη δικαιοσύνη, τα πανεπιστήμια και τον στρατό. «Χάρη στην έμφαση που το γκιουλενικό κίνημα έδινε πάντοτε στην εκπαίδευση, τα μέλη του ήταν τα μόνα πολύγλωσσα στελέχη του ισλαμικού χώρου, τα καλύτερα καταρτισμένα και τα μόνα που θα μπορούσαν να σταθούν με άνεση σε χώρες δυτικές. Οι Γκιουλενιστές είχαν καταφέρει να παράγουν σε σύντομο χρόνο μία δεξαμενή από δικαστές, στρατιωτικούς, διπλωμάτες, επιστήμονες. Η κυβέρνηση άρχισε να οδηγεί τους δικαστές, τους στρατιωτικούς, τους πρυτάνεις και τους διπλωμάτες σε πρόωρη συνταξιοδότηση, και να τους αντικαθιστά με τους σπόρους της Χρυσής Γενιάς» εξηγεί ο Χαϊντάρ.
Η κυβέρνηση Έρντογαν συνεργάσθηκε αγαστά με την αδελφότητα στην άρτια σκηνοθετημένη υπόθεση Εργκένεκον, που ξεγέλασε πολλούς (εμού συμπεριλαμβανομένου). Προφασιζόμενη σχέδια πραξικοπήματος που δήθεν εξύφαινε το κεμαλικό παρακράτος και το στράτευμα, και με τη δικαιοσύνη ήδη ελεγχόμενη από τους Γκιουλενιστές, η κυβέρνηση προχώρησε στην εκκαθάριση των ενόπλων δυνάμεων από σημαντικό μέρος της παλιάς κεμαλικής ιεραρχίας. Οι φυλακισθέντες και οι πολλοί περισσότεροι που αποστρατεύθηκαν αντικαταστάθηκαν με στρατιωτικούς κατευθυνόμενους από το κίνημα.
Γκιουλέν και Έρντογαν άρχισαν να έρχονται σε ρήξη μετά το 2011, κάτι μάλλον αναπόφευκτο, δεδομένης της μεγαλομανίας και του συγκεντρωτισμού που διακρίνει αμφοτέρους. Η –μέχρι τελικής ρήξης– σύγκρουση εντάθηκε από τα τέλη του 2013, όταν η ελεγχόμενη από τους Γκιουλενιστές δικαιοσύνη και αστυνομία συνέλαβαν 52 στελέχη της κυβέρνησης με (απολύτως τεκμηριωμένες) κατηγορίες για διαφθορά και ξέπλυμα χρήματος. Η υπόθεση οδήγησε πολλά κυβερνητικά στελέχη σε παραίτηση, ενώ προκάλεσε μία ευρύτατη κυβερνητική επιχείρηση εκκαθάρισης της αστυνομίας και της δικαιοσύνης από τους Γκιουλενιστές.
Η σύγκρουση των δύο χώρων δεν είναι ιδεολογική. Πρόκειται για έναν πόλεμο μέχρις εσχάτων για τον έλεγχο κράτους και κοινωνίας. Η κυβέρνηση έκλεισε, το 2014, όλα τα φροντιστήρια του κινήματος, στερώντας του μια σημαντική πηγή χρημάτων και εστία στρατολόγησης. Με επάλληλες επιχειρήσεις, ανέλαβε σιγά σιγά τον έλεγχο όλων των μέσων ενημέρωσης που ήλεχγε η αδελφότητα.
Το εύλογο ερώτημα είναι αν το τελευταίο, σαρωτικό κύμα εκκαθαρίσεων, την επαύριο του πραξικοπήματος, στοχεύει αποκλειστικά τους Γκιουλενιστές. Όσοι απολύθηκαν, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ή φυλακίσθηκαν ξεπερνούν τις 60.000 άτομα! Είχαν όλοι σχέση με την αδελφότητα; «Θα μπορούσαμε να πούμε πως 85-90% των δικαστών, των πρυτάνεων και των αστυνομικών είχαν σχέση με το κίνημα Γκιουλέν» λέει ο Γκιουνέι Γιλντίζ. «Είχαν εξάλλου διορισθεί από τις κυβερνήσεις του ΑΚΡ όταν ακόμη αυτές συμπορεύονταν με την αδελφότητα». «Αλλά μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά» παρατηρεί ο Χαϊντάρ. «Μεταξύ των συλληφθέντων βρέθηκαν δημοσιογράφοι και δικηγόροι ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως ο Ορχάν Κεμάλ Τσεγκίζ, που καμιά σχέση δεν είχαν με οποιοδήποτε τάγμα. Είχαν απλώς κριτική φωνή που ενόχλησε τον Έρντογαν. Σε κάθε περίπτωση, οι λίστες εκείνων που θα έπρεπε να εκκαθαριστούν είχαν ετοιμασθεί εδώ και μήνες, μην πω χρόνια. Ένας από τους εισαγγελείς που ανακοινώθηκε πως τίθενται σε διαθεσιμότητα είχε πεθάνει πριν μήνες. Υπάρχει καλύτερη απόδειξη;»
Στο παρόν στάδιο, η πλευρά Έρντογαν κατήγαγε σαρωτική νίκη επί του Γκιουλέν και των οπαδών του. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο αυταρχισμός του μονοκράτορα και η δίωξη κάθε κριτικής φωνής θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Και πως οι Κεμαλιστές, ρυθμιστές του πολιτικού παιγνιδιού από το 1923 ως το 2002, είναι σήμερα στο περιθώριο, σχεδόν απόντες. Το καλύτερο στο οποίο μπορούν να ελπίζουν, τονίζουν Τούρκοι αναλυτές, είναι μια συμμαχία με τον Έρντογαν κατά του Γκιουλέν, και μια μερική επαναφορά τους στην διοίκηση. Η εξουσία, και η μάχη, έχει πια μετακυληθεί μεταξύ διαφορετικών ισλαμικών ομάδων.
Πολλοί εκ των συνομιλητών μου αναφέρονται, για την ασφάλειά τους, μόνο με ένα μικρό όνομα που δεν είναι το πραγματικό τους.

(Στην πρώτη φωτογραφία : Σουφιστές δερβίσηδες χορεύουν όπως οι πλανήτες γύρω από τον ήλιο. Όχι μόνο ένα τουριστικό αξιοθέατο. GURCAN OZTURK / AFP)