Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Άρθρο της Le Monde diplomatique για τα παρασκήνια της φαρμακευτικής βιομηχανίας


Τα παρασκήνια της φαρμακευτικής βιομηχανίας
Βασίλης Παπακριβόπουλος (μετάφραση) and Quentin Ravelli
Όταν στην ειδησεογραφία γίνεται αναφορά στη φαρμακευτική βιομηχανία, οι ειδήσεις αφορούν τα σκάνδαλα που διαδέχονται το ένα το άλλο, αναδεικνύοντας τις υπερβολές του κλάδου.
Η παρακολούθηση της διαδρομής ενός φαρμάκου που δεν προσέλκυσε τους προβολείς της δημοσιότητας μάς δείχνει, παρόλα αυτά, ότι το σύνορο ανάμεσα στις δυσλειτουργίες και στις πρακτικές ρουτίνας είναι πολύ λεπτό.
«Κατάλαβα ότι με φακέλωναν, ότι ήξεραν τα πάντα για όλα όσα συνταγογραφούσα!»: Αυτός ο Παριζιάνος γιατρός μάς μιλάει γεμάτος αγανάκτηση: «Ήμουνα αφελής, δεν ήξερα. [Μια μέρα,] μια ιατρική επισκέπτης μου είπε: “Δεν συνταγογραφείτε πολλά φάρμακα.” Κι εγώ αναρωτήθηκα: “Μα πώς μπορεί να το γνωρίζει;”» Η πρακτική παρακολούθησης που σοκάρει πολλούς γιατρούς, ενορχηστρώνεται από τα τμήματα πωλήσεων των φαρμακευτικών επιχειρήσεων. Πράγματι, οι μεγάλοι φαρμακευτικοί όμιλοι επιδεικνύουν εντυπωσιακή εφευρετικότητα όταν το ζητούμενο είναι να αυξήσουν ή να διατηρήσουν το μερίδιό τους στην αγορά. Για παράδειγμα, δεν διστάζουν να ισχυρίζονται ότι τα φάρμακά τους ενδείκνυνται και για άλλες ασθένειες, πέρα από εκείνες για τις οποίες παρασκευάστηκαν, έτσι ώστε να κερδίζουν νέους πελάτες.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Pyostacine, το οποίο θεωρείται από πολλούς γιατρούς ως «η Rolls Royce των αντιβιοτικών για τις δερματικές παθήσεις» και παράγεται από τη Sanofi, έναν από τους σημαντικότερους φαρμακευτικούς ομίλους σε παγκόσμιο επίπεδο, με κύκλο εργασιών 33 δισ. ευρώ το 2013. Ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούνταν για δερματολογική χρήση, αυτό το αντιβιοτικό πραγματοποίησε μια «αναπνευστική στροφή»: στο εξής, χρησιμοποιείται μαζικά σε περιπτώσεις βρογχοπνευμονικών και ωτορινολαρυγγολογικών λοιμώξεων. Αυτή η τελευταία χρήση του, στην οποία ασκήθηκε κριτική από πλήθος γιατρών και στη συνέχεια καταγγέλθηκε από τις δημόσιες αρχές, οδήγησε σε υπερκατανάλωση αντιβιοτικών, συμβάλλοντας και στο ευρύτερο πρόβλημα της ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των βακτηρίων, το οποίο αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ευθύνεται για τον θάνατο 700.000 ατόμων σε ολόκληρο τον κόσμο. (Βλέπε ένθετο)
Για να κατανοήσουμε την ευμετάβλητη φύση των ιατρικών εμπορευμάτων, παρακολουθήσαμε τη ζωή αυτού του συνηθισμένου φαρμάκου, από το εργαστήριο όπου πραγματοποιείται η έρευνα ως το εργοστάσιο όπου παράγεται η δραστική ουσία του και ως τους ιατρικούς επισκέπτες που το προωθούν(1). Σε κάθε στάδιο, το «εμπόρευμα» αλλάζει όνομα: οι βιολόγοι μιλάνε για το βακτήριο Pristinae Spiralis, οι χημικοί για την pristinamycine (πριστιναμυκίνη) που παράγεται από αυτό το βακτήριο, οι ιατρικοί επισκέπτες πλέκουν το εγκώμιο του «Pyo» στους γιατρούς κι οι εργάτες που παράγουν το φάρμακο αποκαλούν χαϊδευτικά το βακτήριο «Πρίστινα» ή ακόμα και «ζωύφιο». Σε όλο το μήκος της αλυσίδας εκδηλώνεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ανάγκες του ασθενή και στα κέρδη του βιομήχανου, ανάμεσα στην αξία χρήσης και στην αξία ανταλλαγής (2).
Ο ανταγωνισμός εντείνει την αντιπαράθεση ανάμεσα στους μισθωτούς της επιχείρησης και στα διευθυντικά της στελέχη, σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο, που η επιχείρηση βρίσκεται σε πλήρη αναδιάρθρωση, με τους εργαζόμενους να δυσκολεύονται να εμποδίσουν την κατάργηση θέσεων εργασίας και να επιβάλουν τις δικές τους αντιλήψεις γύρω από το φάρμακο.
Πωλήσεις. «Η δουλειά σου είναι να παρακολουθείς τις επιδόσεις σου»
Το κτήριο όπου βρίσκεται η εταιρική έδρα της Sanofi –ένα μεγάλο γυάλινο συγκρότημα γραφείων στο νότιο Παρίσι, με συνολική επιφάνεια 37.000 m²- δημιουργεί την εντύπωση της διαφάνειας και του σεβασμού προς τους ασθενείς. Πράγματι, στο ψηλότερο τμήμα του κτηρίου είναι ζωγραφισμένες στιλιζαρισμένες εικόνες ασθενών, περιτριγυρισμένες από μια γαλάζια καρδιά. Στον τρίτο όροφο στεγάζεται το τμήμα μάρκετινγκ. Οι υπάλληλοί του κατόρθωσαν, από τη δεκαετία του 1990, να καθιερωθεί το Pyostacine στην αγορά των αναπνευστικών λοιμώξεων. Και μάλιστα με τεράστια επιτυχία, δεδομένου ότι, από τον χειμώνα του 2002 ώς τον χειμώνα του 2010, ο αριθμός των πωλήσεων αυτού του φαρμάκου για την αντιμετώπιση των βρογχοπνευμονικών λοιμώξεων αυξήθηκε κατά 112%, τη στιγμή που για το ίδιο χρονικό διάστημα οι πωλήσεις για δερματολογική χρήση αυξήθηκαν μονάχα κατά 32,6%.
Η αύξηση των πωλήσεων δεν αντιστοιχεί σε κάποια εκρηκτική αύξηση του αριθμού των ασθενών ή σε κάποια καταστροφική επιδημία, αλλά απλούστατα σε μια εμπορική στρατηγική: η αγορά των αναπνευστικών λοιμώξεων αντιπροσωπεύει έναν όγκο συνταγογραφούμενων φαρμάκων πολύ υψηλότερο από εκείνον των δερματολογικών λοιμώξεων. Ένας γιατρός που εργάζεται στη φαρμακευτική εταιρεία μάς υπενθυμίζει ότι, «όπως αποδείχθηκε, είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό για την αντιμετώπιση των μικροβίων που προσβάλλουν τους βρόγχους, τους πνεύμονες και τον ρινικό κόλπο. Συνεπώς, αναπτύξαμε αυτήν ακριβώς την ένδειξη του φαρμάκου». Από το δέρμα ως τον πνεύμονα, η αξία ανταλλαγής μεταμόρφωσε την αξία χρήσης.
Οι δεξιοτέχνες αυτής της θεραπευτικής στροφής είναι οι «υπεύθυνοι προϊόντος», στελέχη ειδικευμένα στην προβολή ενός μονάχα φαρμάκου ή μερικών φαρμάκων με παραπλήσιες ενδείξεις. Στη συγκεκριμένη εταιρεία, υπάρχει «υπεύθυνος προϊόντος Pyostacine», «υπεύθυνος προϊόντος Tavanic» και «υπεύθυνος αναλγητικών προϊόντων». Η Σελιά Νταβός(3), «υπεύθυνη προϊόντος Pyostacine», δηλώνει «ιδιαίτερα προσανατολισμένη προς τις μπίζνες» και περιγράφει τη δουλειά της: «Δουλειά μου είναι να παρακολουθώ την επίδοσή μου, να παρακολουθώ το προϊόν, να βλέπω προς τα πού πηγαίνει, σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, σε σχέση με την αγορά, σε σχέση με την παθολογία, και να κάνω τα πάντα για να μεγιστοποιήσω τον κύκλο εργασιών του». Αυτό το πόστο, το οποίο βρίσκεται στην καρδιά του τμήματος μάρκετινγκ -το οποίο με τη σειρά του κατέχει σημαντική θέση στο συγκρότημα όπου στεγάζονται τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας- λειτουργεί ως πραγματικός κόμβος. Οι εργαζόμενοι που το στελεχώνουν προέρχονται από διάφορα τμήματα της εταιρείας και στη συνέχεια μπορούν να τοποθετηθούν σε θέσεις μάνατζερ, υπεύθυνου μάρκετινγκ, επικοινωνίας, πωλήσεων ή σχέσεων με τον δημόσιο τομέα.
Ο ρόλος του «υπεύθυνου προϊόντος» είναι να προβάλλει τη χρησιμότητα του προϊόντος ετοιμάζοντας το διαφημιστικό υλικό των ιατρικών επισκεπτών, δηλαδή των υπαλλήλων του τμήματος πωλήσεων που γυρίζουν από ιατρείο σε ιατρείο για να πείσουν τους γιατρούς να συνταγογραφούν τα προϊόντα που παράγει η εταιρεία τους. Στο οπλοστάσιο του Pyostacine περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων ο «βοηθός επίσκεψης», ένας οδηγός με βάση τον οποίο ο ιατρικός επισκέπτης χτίζει τη ρητορική του προβάλλοντας τα επιχειρήματα που του έχει ετοιμάσει το τμήμα μάρκετινγκ, καθώς και το τεύχος της επιστημονικής επιθεώρησης Infectiologie (Λοιμωξιολογία) που εκδίδεται από την Εταιρία Λοιμώδους Παθολογίας στη γαλλική γλώσσα (Spilf) και το οποίο παρουσιάζει μονάχα επιτυχημένα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών που αφορούν το Pyostacine. Όλο αυτό το υλικό συνοδεύεται από ένα πλήθος παραϊατρικών γκάτζετ: γλωσσοπίεστρα με το σήμα του Pyostacine για να θυμάται ο γιατρός το φάρμακο τη στιγμή που εξετάζει τον ασθενή του, στυλό Pyostacine, φλασάκι USB Pyostacine, θήκες για χαρτομάντιλα Pyostacine… Τα πορτμπαγκάζ των ιατρικών επισκεπτών ξεχειλίζουν από τέτοια έντυπα και μικροαντικείμενα, τα οποία στη συνέχεια καταλήγουν πάνω στα γραφεία των γιατρών.
Δεν ενδιαφέρουν εξίσου τις φαρμακευτικές εταιρείες όλοι οι γιατροί. Υπάρχει ιδιαίτερη φροντίδα για τους γιατρούς που παρουσιάζουν υψηλό «δυναμικό συνταγογράφησης». Για τον εντοπισμό τους, οι φαρμακευτικές εταιρείες καταφεύγουν στις υπηρεσίες της Ένωσης για την Εκπόνηση Στατιστικών (GERS), η οποία διαθέτει τα στοιχεία των πωλήσεων των χονδρεμπόρων φαρμάκου και των άμεσων πωλήσεων των φαρμακείων, καθώς και σε εκείνες του Κέντρου Διαχείρισης, Τεκμηρίωσης, Πληροφορικής και Μάρκετινγκ (Cegedim), το οποίο παρέχει δεδομένα που αλιεύονται από το λογισμικό συνταγογράφησης που χρησιμοποιούν οι γιατροί. Σε αυτές τις επίσημες πηγές προστίθενται και άτυπα δίκτυα πληροφοριών, όπως οι έρευνες που πραγματοποιούν οι ιατρικοί επισκέπτες σε φαρμακεία. Τα τμήματα μάρκετινγκ των φαρμακευτικών εταιρειών δεν αφήνουν καμία πληροφορία να πάει χαμένη, καθώς τους επιτρέπει να εντοπίσουν τους «πελάτες» που παρουσιάζουν υψηλό δυναμικό συνταγογράφησης. Οι γιατροί έχουν χωριστεί σε κατηγορίες που υποδηλώνονται με συντομογραφίες: οι ιατρικοί επισκέπτες θα επισκεφθούν πολύ λιγότερο αυτούς που «συνταγογραφούν λίγα αντιβιοτικά, λίγο Pyostacine» ή «λίγα αντιβιοτικά, πολύ Pyostacine» και πολύ περισσότερο όσους συνταγογραφούν «πολλά αντιβιοτικά, λίγο Pyostacine», καθώς οι τελευταίοι μπορούν να μετατρέψουν σημαντικό μέρος της συνταγογράφησης άλλων αντιβιοτικών σε ιατρικές συνταγές για Pyostacine.
Φυσικά, οι εμπορικές στρατηγικές δεν μεταφράζονται αυτόματα σε αύξηση των πωλήσεων. Σημαντικό ρόλο παίζει και ο τρόπος με τον οποίο αυτές υλοποιούνται από τους ιατρικούς επισκέπτες. Το 2014, στις γαλλικές φαρμακευτικές επιχειρήσεις εργάζονταν 16.000 ιατρικοί επισκέπτες. Με βάση το γεγονός ότι εργάζονται 213 ημέρες τον χρόνο και πραγματοποιούν κατά μέσο όρο έξι επισκέψεις σε γιατρούς την ημέρα, προκύπτει ο αριθμός των είκοσι εκατομμυρίων συναντήσεων με γιατρούς. Μάλιστα, πριν από αυτές τις συναντήσεις, έχει προϋπάρξει σοβαρή προετοιμασία. Για παράδειγμα, για να είναι αποτελεσματικότερες, το εμπορικό τμήμα της φαρμακευτικής εταιρείας έχει συντάξει οδηγίες που αντιστοιχούν στα διαφορετικά «τυπικά προφίλ» γιατρού: στη «συνδικαλίστρια γιατρό», στον «γιατρό που είναι υπεύθυνος για τις προμήθειες ενός νοσοκομείου», στον «οικογενειακό γιατρό», στον «συμβασιούχο γιατρό», στον «φιλικό γιατρό», στον «αγχωμένο γιατρό», στον «γιατρό με το ύφος αυστηρού επιστήμονα»… Το υλικό χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικών σεμιναρίων, έτσι ώστε οι ιατρικοί επισκέπτες να γνωρίσουν καλύτερα τους στόχους τους, για να είναι σε θέση να δημιουργήσουν «τεχνικές μετατροπής των γιατρών σε πιστούς πελάτες της εταιρείας». Έτσι, κατά τη διάρκεια των «εκπαιδευτικών “εργαστηρίων” για την προώθηση του προϊόντος», οι ιατρικοί επισκέπτες μαθαίνουν ότι, για παράδειγμα, ο τυπικός οικογενειακός γιατρός –μέσος όρος ηλικίας 55 ετών, μεγάλη πελατεία, πρόεδρος ενός προγράμματος δια βίου ιατρικής επιμόρφωσης- είναι «περισσότερο ευαίσθητος στην ουμανιστική προσέγγιση του ασθενή». Ο «γιατρός με το ύφος αυστηρού επιστήμονα» είναι «συνήθως εγκατεστημένος στις περιοχές της υπαίθρου» και «πολύ ψυχρός στις επαφές του» με τους ιατρικούς επισκέπτες όσο για τον «φιλικό γιατρό», είναι «πρόσχαρος αλλά κάπως μαλθακός». Αφού αφομοιώσουν καλά όλες τις γνώσεις σχετικά με τις επτά κατηγορίες γιατρών, οι ιατρικές επισκέπτριες –γιατί συνήθως πρόκειται για γυναίκες- ρίχνονται στη μάχη για να βελτιώσουν την «ελαστικότητα» των γιατρών. «Ελαστικός» αποκαλείται ο γιατρός που αποδεικνύεται δεκτικός στη ρητορική της φαρμακοβιομηχανίας.
Οι γιατροί, πάντως, επιδεικνύουν ολοένα περισσότερο κριτική στάση απέναντι στους ιατρικούς επισκέπτες, φτάνοντας ακόμα και στο σημείο να τους κλείνουν την πόρτα. Έτσι, ο αριθμός των ιατρικών επισκεπτών έχει μειωθεί κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, ενώ οι εταιρίες -καθώς βρίσκονται αντιμέτωπες με την ολοένα μεγαλύτερη αντίδραση των γιατρών απέναντι στους ιατρικούς επισκέπτες- αναζητούν νέες μορφές λόμπινγκ, περισσότερο επιστημονικές, έτσι ώστε να είναι δυσκολότερα ανιχνεύσιμες. Γι’ αυτόν τον λόγο, καταφεύγουν κυρίως στους «KOL» (key opinion leaders), στους διαμορφωτές γνώμης, τους οποίους σέβονται κι ακούνε προσεκτικά οι γιατροί που συνταγογραφούν τα φάρμακα. Έτσι, η Sanofi προσπαθεί να επηρεάσει τους πρυτάνεις των πανεπιστημιακών σχολών, οι οποίοι πολλές φορές θεωρούνται υπεύθυνοι για την έξαρση της επικριτικής στάσης των νεαρών απέναντι στις φαρμακευτικές εταιρείες.
Όταν ήμουν ασκούμενος στη Sanofi, η οποία οργανώνει εδώ και είκοσι χρόνια προσομειώσεις εξετάσεων για τον διαγωνισμό με τον οποίο θα επιλεγούν οι πτυχιούχοι ιατρικής που θα πραγματοποιήσουν άσκηση και ειδικότητα στα νοσοκομεία, ήμουνα, για παράδειγμα, επιφορτισμένος με τη δημιουργία «επιχειρηματολογίας για τους κοσμήτορες», η οποία αποσκοπούσε στο να πειστούν οι πιο επιφυλακτικοί από αυτούς να δεχτούν την παρουσία της επιχείρησης μέσα στα αμφιθέατρά τους. Οι κακές επιδόσεις ορισμένων ιατρικών σχολών στον διαγωνισμό χρησιμοποιούνταν ως επιχείρημα για να αποσπάσουν τη συναίνεσή τους ∙ αυτό συνέβη κυρίως στην περίπτωση του πανεπιστημίου Paris-V, του οποίου οι επιδόσεις σημείωσαν θεαματική πτώση, καθώς μειώθηκε σημαντικά ο αριθμός των φοιτητών του που περιλαμβάνονται στο 25% των επιτυχόντων με την υψηλότερη βαθμολογία. Σύμφωνα με τη Sanofi, το αποτέλεσμα οφείλεται στην προσωπικότητα του κοσμήτορά του, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πλέον αντίθετους στη διοργάνωση προσομοιώσεων εξετάσεων σε εθνικό επίπεδο (ECN), ενώ δεν επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία διαφημιστικών φυλλαδίων των φαρμακευτικών εταιρειών, αφισών τους, καθώς και άλλων προϊόντων που έχουν συγκαλυμμένο διαφημιστικό χαρακτήρα.
Όλος αυτός ο μηχανισμός που αποσκοπεί στον επηρεασμό, δεν λειτουργεί δίχως συγκρούσεις κι αντιθέσεις. Σε όλα τα επίπεδα υπάρχουν αμφιβολίες, αποκλίσεις απόψεων κι αντιφάσεις. Για παράδειγμα, ορισμένες ιατρικές επισκέπτριες που έχουν αποκτήσει σοβαρότατη ενημέρωση για το πρόβλημα της αυξανόμενης ανθεκτικότητας των βακτηρίων, προσπαθούν να μιλήσουν στους γιατρούς για το σύνολο των διαθέσιμων αντιβιοτικών και όχι μονάχα για εκείνα που αποφέρουν τα περισσότερα κέρδη. Προσπαθούν να δημιουργήσουν με τους γιατρούς σχέσεις και δεσμούς που δεν στηρίζονται μονάχα στην εμπορευματοποίηση και δεν διστάζουν να συμμερίζονται μαζί τους τις αμφιβολίες τους και την κριτική τους. Ωστόσο, συχνά βρίσκονται αντιμέτωπες με αυθαίρετες μεταθέσεις, αλλαγές της περιφέρειας στην οποία δραστηριοποιούνται και με επιπλήξεις από τη διεύθυνση. Και το γεγονός ότι πλανάται η απειλή της απόλυσης, καθιστά την όποια αντίσταση εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.
Παραγωγή: «Πριν από δύο χρόνια, έχασα τον ύπνο μου»
Το εργοστάσιο όπου παράγεται η δραστική ουσία του Pyostacine, με βάση βακτήρια που υποβάλλονται σε ζύμωση, είναι εγκατεστημένο στα νότια της Ρουέν. Στο εργοστάσιο της Sanofi, το οποίο έχει πληγεί από τις περικοπές προσωπικού, οι μονάδες παραγωγής συνδέονται μεταξύ τους με σωλήνες που τις τροφοδοτούν με οξυγόνο, αποστειρωμένο νερό, διαλύτες και οξέα. Όταν τις επισκέπτεται κανείς για πρώτη φορά, νοιώθει μια περίεργη μυρωδιά να πλημμυρίζει τα ρουθούνια του: την οσμή των αγροτικών υποπροϊόντων που καταναλώνουν τα υπό ζύμωση βακτήρια προτού αρχίσουν να εκκρίνουν τις δραστικές ουσίες. Η επίμονη μυρωδιά της μελάσας από ζαχαρότευτλα που μεταφέρουν τα βυτιοφόρα πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα του εργοστασίου.
Στο εργαστήριο όπου πραγματοποιείται η ζύμωση, ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται και από τον θόρυβο. Τα μακριά πτερύγια των βιοαντιδραστήρων (χωρητικότητας 200 m³) αναδεύουν ασταμάτητα, θυμίζοντας έλικες αεροπλάνου που κινούνται στο ρελαντί. Εδώ παράγεται το χημικό μόριο της πριστιναμυκίνης, το οποίο θα συσκευαστεί στο ισπανικό εργοστάσιο της εταιρείας σε εκατομμύρια κουτιά και θα πωληθεί στα φαρμακεία με την εμπορική επωνυμία Pyostacine. Σύμφωνα με τους εργάτες που δουλεύουν στο εργοστάσιο, η δουλειά καθεαυτή είναι μάλλον ενδιαφέρουσα και συχνά απρόβλεπτη, καθώς αφορά ζωντανούς οργανισμούς. Οι συνθήκες εργασίας είναι εξαιρετικά κουραστικές. Οι εργάτες του εργοστασίου είναι χωρισμένοι σε πέντε βάρδιες που εργάζονται επί οκτώ ώρες, δύο ημέρες από τις 5 το πρωί ώς τις 12, δύο ημέρες από τις 12 ώς τις 8 το βράδυ και δύο ημέρες από τις 8 ώς τις 5 το πρωί.
Θεωρητικά, στη συνέχεια δικαιούνται ρεπό τεσσάρων ημερών. Όμως, έντεκα φορές τον χρόνο, καταργείται μία από τις ημέρες ανάπαυσης αυτού του τετραήμερου, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας που αντιστοιχεί στην 35ωρη εβδομαδιαία απασχόληση (4). Έτσι, συχνά, έχουν στη διάθεσή τους μονάχα τρεις ημέρες ανάπαυσης, οι οποίες στην πράξη συχνά μειώνονται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο τελευταίος κύκλος εργασίας τελειώνει με νύχτα και ο επόμενος κύκλος αρχίζει πολύ νωρίς το πρωί. Συνεπώς, όποιος ακολουθεί τον συγκεκριμένο κύκλο εργασίας, δεν κοιμάται ποτέ τις ίδιες ώρες επί τρεις συνεχόμενες ημέρες. Όπως μας εξηγεί ο Ετιέν Βαρέ, ο οποίος φέτος συμπληρώνει την τριακοστή τέταρτη χρονιά του εργαζόμενος με τέτοιο ρυθμό, «ο εγκέφαλος δεν καταφέρνει πια να ξαναβρεί τους ρυθμούς ύπνου και αφύπνισης. Πριν από δύο χρόνια έχασα τον ύπνο μου: δεν μπορούσα πια να κοιμηθώ έξι ώρες: στις 10 το βράδυ, κόντευα να πέσω χάμω από τη νύστα, όμως τα μεσάνυχτα, ήμουνα ξύπνιος και μου ήταν αδύνατον να αποκοιμηθώ πριν από τις δύο. Κι αντιστρόφως… Έφτανα στη δουλειά, ήμουνα κουρασμένος, και γι’ αυτό έπινα καφέ. Καταντάς να νοιώθεις ότι είσαι ανίκανος για οποιαδήποτε δουλειά. Κάνεις κάθε δουλειά περισσότερες φορές, γιατί φοβάσαι μήπως έχεις ξεχάσει κάτι, μήπως έχεις κάνει καμιά ηλιθιότητα. Χάνεις ακόμα και το τελευταίο ίχνος αυτοπεποίθησης».
Όταν οι εργάτες βρίσκουν τον ρυθμό εργασίας υπερβολικά εξαντλητικό και ζητούν αλλαγή πόστου, να δουλέψουν δηλαδή σε μια θέση ημερήσιας εργασίας, τις περισσότερες φορές η διεύθυνση αρνείται, καθώς δεν υπάρχουν άλλα πόστα τα οποία θα μπορούσε να τους προτείνει. Ο κυριότερος στόχος της είναι να μεγιστοποιηθεί η κερδοφορία με τη συνεχή εκμετάλλευση των μηχανών, οι οποίες λειτουργούν αδιάλειπτα. Για να δικαιολογηθούν οι ρυθμοί εργασίας που κάνουν τη ζωή των εργαζόμενων πραγματική κόλαση, η διεύθυνση οχυρώνεται πίσω από ένα είδος τεχνικού ντετερμινισμού. Κατά τη γνώμη της, οι βιοχημικοί ρυθμοί της ζύμωσης και της παραγωγής βακτηρίων καθιστούν αναπόφευκτη τη συνεχή λειτουργία του εργοστασίου, 24 ώρες την ημέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα. Όπως εξηγεί ο γιατρός εργασίας του εργοστασίου, «είναι προφανές ότι σε μια βιομηχανία όπως αυτή, από τη στιγμή που υπάρχει μια συνεχής παραγωγή, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί μονάχα με συνεχείς ρυθμούς εργασίας, δεν υπάρχει καμία άλλη λύση». Η επιστημονική αυτή εξήγηση, όχι μόνον αποθαρρύνει κάθε απόπειρα αναζήτησης ενός διαφορετικού τρόπου για τη διευθέτηση του συλλογικού χρόνου εργασίας, αλλά και εντάσσεται σε μια ευρύτερη ρητορική, την οποία θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «βιοτεχνολογική»: το εργοστάσιο, το οποίο είναι προσανατολισμένο στην παραγωγή «προϊόντων του μέλλοντος», μοιάζει ολοένα περισσότερο με επιστημονικό εργαστήριο στο οποίο –σύμφωνα με τον διευθυντή παραγωγής- δεν υφίσταται πλέον ο παραμικρός λόγος για εργατική αμφισβήτηση.
Πράγματι, μια άβυσσος χωρίζει τις χειροπιαστές πρακτικές του βιομηχανικού ομίλου και τη ρητορική του: στην είσοδο του εργοστασίου φιγουράρει σε περίοπτη θέση το διαφημιστικό σύνθημα «Το βασικό είναι η υγεία». Όμως, οι διαμαρτυρίες –οι οποίες κάνουν έναν από τους υπεύθυνους του τμήματος προσωπικού να αισθάνεται ότι κάθεται πάνω σε ένα κασόνι γεμάτο δυναμίτη και οδηγούσαν τον διευθυντή του εργοστασίου ακόμα και στο σημείο να φοβάται να «κατέβει» κάτω στα εργαστήρια παραγωγής- έχουν ενσωματωθεί στη βιομηχανική στρατηγική της επιχείρησης. Προτείνοντας σε αρκετούς εργαζόμενους προαγωγή στο πόστο του τεχνικού και χρησιμοποιώντας τη ρητορική γύρω από τις βιοτεχνολογίες ως εργαλείο για να αποκρύψει την πραγματικότητα που επικρατεί στο εργοστάσιο, η επιχείρηση κατόρθωσε να μετατρέψει μια συλλογική διεκδίκηση στην οποία συστρατευόταν αρχικά το σύνολο των συνδικαλιστικών δυνάμεων, σε επιθυμία για ατομική επαγγελματική πρόοδο. Η χειραγώγηση αυτή στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στον φόβο: για μεγάλο χρονικό διάστημα, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ώς το 2005, η διεύθυνση του ομίλου άφηνε να πλανάται η απειλή της πώλησης του εργοστασίου. Τελικά, ναι μεν το σενάριο δεν υλοποιήθηκε ποτέ, επέτρεψε όμως να περάσει χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις το σχέδιο αναδιάρθρωσης του εργοστασίου και η κατάργηση 15 από 77 θέσεις εργατών που εργάζονταν στις βάρδιες της συνεχούς παραγωγής. Το εργοστάσιο, από απειλούμενη με κλείσιμο μονάδα, προήχθη σε «πιλοτική μονάδα» του ομίλου Sanofi.
Η ανατροπή –η οποία όμως δεν έφερε βελτιώσεις στις συνθήκες εργασίας ή στους μισθούς- μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεγάλης χρησιμότητας που έχουν τα βακτήρια για τη βιομηχανία. Μάλιστα, η ραγδαία ανάπτυξη των βιοτεχνολογιών σηματοδοτεί μια γενικότερη αλλαγή προσανατολισμού του βιομηχανικού καπιταλισμού των αρχών του 21ου αιώνα, ο οποίος αναπτύσσει τις αποκαλούμενες «πράσινες βιοτεχνολογίες» (αγροτικές), τις «λευκές» (βιομηχανικές), τις «κίτρινες» (απορρύπανση), τις «γαλάζιες» (με βάση θαλάσσιους μικροοργανισμούς) και τις «ερυθρές» (ιατρική). Για όλες αυτές τις εφαρμογές αναπτύσσονται αγορές και συχνά τα περιθώρια κέρδους είναι εξαιρετικά υψηλά, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός ότι οι φαρμακοβιομηχανίες εξαγοράζουν τα τελευταία χρόνια επιχειρήσεις του κλάδου της βιοτεχνολογίας. Τον Απρίλιο του 2011, η Sanofi απέκτησε –δαπανώντας 20 δισεκατομμύρια δολάρια- την Genzyme, μια αμερικανική εταιρεία που ειδικεύεται στην παραγωγή «βιοφαρμάκων» για την αντιμετώπιση της σκλήρυνσης κατά πλάκας και των καρδιοαγγειακών παθήσεων. H ελκυστικότητα του κλάδου των βιοτεχνολογιών εξηγείται κυρίως από το γεγονός ότι τα νέα φαρμακευτικά μόρια που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση πολλών ασθενειών δεν προέρχονται πλέον από την κλασική συνθετική χημεία, αλλά από ζωντανούς οργανισμούς, συχνά γενετικά τροποποιημένους, οι οποίοι επιτρέπουν την επίτευξη σημαντικών οικονομιών κατά την παραγωγή τους.
Έρευνα… «Η σύγκρουση συμφερόντων είναι διαρκής»
Στις Εθνικές Ημερίδες Λοιμωξιολογίας, στις οποίες συμμετείχα το 2011, υπήρχαν αντικριστά δύο «χώροι». Από τη μια πλευρά, ο «χώρος με τις μάρκες», όπου τα στελέχη του εμπορικού τμήματος μιλάνε για το Pyostacine, με 56 περίπτερα φαρμακευτικών βιομηχανιών τα οποία επισκέπτονται οι 1.500 γιατροί που έχουν εγγραφεί στην εκδήλωση. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο «χώρος των μορίων», στον οποίο δεν γίνεται πλέον λόγος για Pyostacine, αλλά για πριστιναμυκίνη. Στα δύο αμφιθέατρα –με την ονομασία «Αϊνστάιν» και «Παστέρ»- διεξάγονται επιστημονικά συμπόσια. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Sanofi άρχισε να εγκαταλείπει σταδιακά το ερευνητικό της πρόγραμμα για την ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών και τη βελτίωση των παλιότερων. Αυτή της η πολιτική την οδήγησε το 2004 να κλείσει το ερευνητικό της κέντρο στη Ρομενβίλ, που ειδικευόταν στις λοιμώξεις, παρά τους αγώνες που έδωσε το προσωπικό του (χημικοί, βιολόγοι, τεχνολόγοι εργαστηρίων), το οποίο υποστήριζε ότι η διακοπή της ερευνητικής δραστηριότητας αποτελούσε καταστροφική εξέλιξη, τόσο από τη σκοπιά της απασχόλησης, όσο και από εκείνη της δημόσιας υγείας. Παράλληλα με αυτήν την αποεπένδυση, όμως, οι φαρμακευτικές εταιρείες ασκούν έλεγχο στη δημόσια έρευνα: χρηματοδοτούν ιατρικά συνέδρια, επηρεάζοντας με αυτόν τον τρόπο τη διοργάνωσή τους, τόσο από επιστημονική άποψη, όσο και όσον αφορά την υλικοτεχνική τους υποδομή αλλά και τον τόπο όπου αυτά διοργανώνονται.
Καθώς ο χώρος όπου πραγματοποιούνται οι επιστημονικές εκδηλώσεις των Εθνικών Ημερίδων Λοιμωξιολογίας βρίσκεται διαμετρικά αντίθετα από την είσοδο, οι γιατροί θα πρέπει να περάσουν από τουλάχιστον 13 περίπτερα εταιρειών, των οποίων το μέγεθος και η φυσιογνωμία αντανακλά το μέγεθος και τη δύναμη επιρροής του κάθε εκθέτη. Παρόλο τον εκ πρώτης όψεως διαχωρισμό των χώρων, υπάρχουν στέρεοι δεσμοί ανάμεσα στον επιστημονικό και στον εμπορικό χώρο. Κατά τη διάρκεια των συνεδρίων, ο κυριότερος στόχος των φαρμακευτικών επιχειρήσεων συνίσταται στην απόδειξη της επιστημονικής ανωτερότητας των προϊόντων τους. Έτσι, όλα τα επιστημονικά συμπόσια φέρουν το όνομα του χορηγού τους –«συμπόσιο Bayer», «συμπόσιο GSK», «συμπόσιο Sanofi»- και σε αυτά κονταροχτυπιούνται οι διαμορφωτές γνώμης που έχουν θέσει τον εαυτό τους στην υπηρεσία της κάθε φαρμακοβιομηχανίας. Για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη διαπρεπών ιατρών, οι λομπίστες των μεγάλων ομίλων επιδίδονται σε μια μακρόπνοη καλλιέργεια στενών σχέσεων, κυρίως μέσα από τη διοργάνωση ψευδοεπιστημονικών ταξιδιών. Μια «γιατρός υπεύθυνη για την προώθηση του προϊόντος» που εργάζεται στη Sanofi, διηγείται τον τρόπο με τον οποίο δημιούργησε το γκρουπ των ειδικών πάνω σε ένα φάρμακο, επιλέγοντας τους γιατρούς που επηρεάζουν τους συναδέλφους τους: «Είπα στους συνεργάτες μου: “Έχω δέκα θέσεις. Θέλω τα ονόματα όσων μάς έχουν κάνει τζίρο ένα εκατομμύριο ευρώ ή περισσότερο.” Την πρώτη χρονιά, τους πήγα στη Σιγκαπούρη. Τη δεύτερη χρονιά, μια κι αποδείχθηκε ότι επρόκειτο πάνω κάτω για τα ίδια άτομα, πού να τους πάω; Τους πήγα στο Ντάρμπαν της Νότιας Αφρικής. Την επόμενη χρονιά τούς πήγα στο Μεξικό, στο Κανκούν, και την μεθεπόμενη στη Βιρμανία. Είναι χαζό που το λέω –κανονικά, δεν έχω το δικαίωμα να πω κάτι τέτοιο- αλλά μόνο με αυτόν τον τρόπο δημιουργείς πραγματικούς εταίρους».
Στην οργάνωση των κλινικών δοκιμών ξανασυναντάμε μια παρόμοια διαπλοκή της αξίας χρήσης και της αξίας ανταλλαγής. Ένας από τους «διαμορφωτές γνώμης» του Pyostacine, ο δόκτωρ Ζαν Ζακ Σερνίν, διαπρεπής λοιμωξιολόγος, είναι επιφορτισμένος με διάφορες κλινικές δοκιμές. Η καριέρα του στηρίχθηκε σε δύο επαγγελματικές πρακτικές: στον συντονισμό των κλινικών δοκιμών για τη φαρμακοβιομηχανία (κυρίως για το Pyostacine στη Sanofi) και στην παροχή πραγματογνωμοσύνης στους δημόσιους φορείς που είναι αρμόδιοι για τα φάρμακα. Αν και δεν αξιολογούσε τα ίδια φάρμακα και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις –γιατί τότε θα επρόκειτο για κατάφωρη σύγκρουση συμφερόντων- συμμετείχε σε μια μικρή ομάδα πραγματογνωμόνων, η οποία –αν ιδωθεί συλλογικά- περνούσε με μεγάλη ευκολία από τη μια πλευρά στην άλλη, από τη φαρμακοβιομηχανία στη δημόσια ιατρική. Όπως εξηγεί, «η σύγκρουση συμφερόντων είναι διαρκής. Σε αυτόν τον χώρο, η κυριότερη σύγκρουση συμφερόντων, είναι το να ενδιαφέρεσαι για τα αντιβιοτικά! Ο μόνος τρόπος για να γίνει η δουλειά είναι το να υπάρξουν ανταλλαγές ανάμεσα στους αξιολογητές που εμείς είμαστε στο επίπεδο της δημόσιας διοίκησης, και στη φαρμακευτική βιομηχανία». Καθώς η κοινωνική ομάδα των εμπειρογνωμόνων μετατρέπεται σε κριτή και ταυτόχρονα σε κρινόμενο, και είναι καταδικασμένη να εμπλέκεται σε σύγκρουση συμφερόντων, έχει μετατραπεί σε αιχμάλωτο των ίδιων της των ικανοτήτων.
Η κατάσταση έχει επιπτώσεις στον Εθνικό Οργανισμό Ασφάλειας των Φαρμάκων (ANSM), του οποίου ολόκληρη η αποστολή στηρίζεται στις πραγματογνωμοσύνες. Η έδρα του βρίσκεται στο Σαιν Ντενί, ένα από τα πλέον υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού. Στεγάζεται σε ένα άχαρο κτήριο, από τα χειρότερα δείγματα δημόσιας υπηρεσίας. Θα ‘λεγε κανείς ότι πρόκειται για την απόλυτη αντίθεση με τα κεντρικά γραφεία της Sanofi. Η αισθητική ανισορροπία αποτελεί την αντανάκλαση μιας βαθύτατης κοινωνικής και οικονομικής ασυμμετρίας, η οποία εμποδίζει τον ANSM να εκπληρώσει την αποστολή του ως αντίβαρο στη μεγάλη εξουσία των φαρμακευτικών εταιρειών.
Πράγματι, συχνά δεν έχει ούτε τον χρόνο, ούτε τα μέσα για να μελετήσει το σύνολο των στοιχείων που περιέχονται στις αιτήσεις που του υποβάλλονται από τις εταιρείες για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας σε φάρμακα. Ο Δόκτωρ Σερνίν είναι ιδιαίτερα ειρωνικός περιγράφοντας μια αίτηση αδειοδότησης, στη σύνταξη της οποίας είχε συμμετάσχει: «Ήταν 57 τόμοι, καθένας τους με 600-700 σελίδες. Όλοι μαζί, ζύγιζαν 110 κιλά, κι αν τους έβαζες τον έναν πάνω στον άλλον είχαν ύψος δύο μέτρων. Κι αποτελούσαν μονάχα ένα τμήμα του συνολικού φακέλου. Κι όσο σκέφτομαι ότι, εκείνη την εποχή, οι επιχειρήσεις κατέθεταν έναν φάκελο σε πενήντα αντίτυπα… Είχαμε μια τριαξονική νταλίκα για να μεταφέρει στο Σαιν Ντενί τους φακέλους με τις αιτήσεις αδειοδότησης». Αυτή η κατάσταση κάθε άλλο παρά καινούρια είναι. Ο Μπερτράν Πουαρό Ντελπές -υπεύθυνος του δικαστικού ρεπορτάζ της «Le Monde» που κάλυψε το 1957 το υγειονομικό σκάνδαλο που προκλήθηκε από το φάρμακο Stalinon- το περιγράφει, ήδη από εκείνη την εποχή, ως το κυρίαρχο πρόβλημα σε αυτόν τον χώρο: «Για παράδειγμα, ο συνήγορος Φλοριό επιδόθηκε σε έναν αδιάκριτο υπολογισμό. Γνωρίζοντας ότι το 1953 χορηγήθηκαν 2.276 άδειες και ότι, κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους, οι επιτροπές συνεδρίασαν οκτώ φορές και η κάθε συνεδρίαση διάρκεσε μερικές ώρες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κάθε φάκελος εξετάστηκε μέσα σε χρόνο ρεκόρ: 40 δευτερόλεπτα» (5).
Σήμερα, οι κλινικές δοκιμές των αντιβιοτικών πραγματοποιούνται κάτω από αδιαφανείς συνθήκες, ακόμα και με χειραγώγηση των αποτελεσμάτων τους. Μια δοκιμή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 σχετικά με τη χρησιμοποίηση του Pyostacine σε κρούσματα πνευμονίας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: σύμφωνα με τον Δόκτορα Σερνίν, υπήρξαν επτά περιπτώσεις αποτυχίας της θεραπείας στην ομάδα στην οποία χορηγήθηκε το Pyostacine, έναντι μονάχα τεσσάρων περιπτώσεων αποτυχίας στην ομάδα σύγκρισης στην οποία είχε χορηγηθεί άλλη φαρμακευτική αγωγή. Σύμφωνα με τον προαναφερθέντα εμπειρογνώμονα, ο οποίος συμμερίζεται τη γνώμη της ιατρικής διευθύντριας του εργαστηρίου, είχαν συμπεριληφθεί στην ομάδα ασθενείς των οποίων η κατάσταση ήταν τόσο σοβαρή ώστε απαιτούσε άλλη φαρμακευτική αγωγή και όχι χορήγηση Pyostacine: «Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα ήταν ότι δεν επρόκειτο για αποτυχία του αντιβιοτικού, αλλά για αποτυχία της στρατηγικής». Πρόκειται για εκπληκτικό επιχείρημα από πλευράς λογικής: πώς είναι δυνατόν να κριθεί η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου όταν οι ασθενείς τους οποίους δεν θεραπεύει απαξιώνονται προκαταβολικά, όταν ξεκινάμε από το ταυτολογικό αξίωμα ότι το φάρμακο είναι αποτελεσματικό μονάχα όταν είναι αποτελεσματικό;
Είναι δύσκολο για τον ANSM να εντοπίσει τέτοιο συλλογιστικής μέσα σε φακέλους που περιέχουν πολύπλοκα στατιστικά στοιχεία, τα οποία έχουν σήμερα αντικαταστήσει την επιχειρηματολογία που στηριζόταν στο βλέμμα του γιατρού που εξέταζε τις μεμονωμένες κλινικές περιπτώσεις. Συχνά, η χειραγώγηση των αριθμών οδηγεί σε πλαστογραφήσεις. Το 2007, η κατανάλωση του φαρμάκου Ketek προκάλεσε αρκετούς θανάτους ασθενών λόγω ηπατικών προβλημάτων και οδήγησε έναν από τους υπεύθυνους των κλινικών δοκιμών στις αμερικανικές φυλακές, για να εκτίσει ποινή φυλάκισης δύο ετών, επειδή είχε «επινοήσει» ασθενείς έτσι ώστε να αυξήσει τεχνητά την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου. Ορισμένοι επιστημονικοί υπεύθυνοι θυμούνται, αρκετά χρόνια μετά το σκάνδαλο, ότι το πρόβλημα ήταν γνωστό, ότι «υπήρχαν πτώματα κρυμμένα στο ντουλάπι».
Η έκφραση που χρησιμοποιήθηκε από μία από τις ιατρικές διευθύντριες του ομίλου, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του -ευτυχώς όχι γενικευμένου- κυνισμού που εντοπίζεται στους κόλπους της επιχείρησης, στην οποία τα ανώτατα στελέχη έχουν βαθύτατα εσωτερικεύσει τους «κώδικες» της εταιρείας, σύμφωνα με τους οποίους, στην περίπτωση που υπάρξει σύγκρουση ανάμεσα στα συμφέροντα του ομίλου και στην υγεία των ασθενών, τότε υπερισχύουν τα πρώτα. Γενικότερα, τόσο στα γραφεία του ιατρικού τμήματος του ομίλου όσο και σε εκείνα του τμήματος μάρκετινγκ, επικρατεί μια περίεργη μορφή επιλεκτικής αμνησίας. Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει για τις περιπτώσεις των επιτυχιών, σβήνονται από τη μνήμη των στελεχών οι ιστορίες των απρόοπτων παρενεργειών, των «πειραγμένων» κλινικών δοκιμών και των κλινικών αποτυχιών.
Σε αυτό το σημείο θίγουμε ένα από τα ουσιαστικότερα προβλήματα της φαρμακοβιομηχανίας: οι κλινικές δοκιμές –δηλαδή η απόδειξη της αποτελεσματικότητας των φαρμάκων- πραγματοποιούνται από τους ίδιους ακριβώς οι οποίοι παράγουν τα φάρμακα. Ορισμένοι έχουν χαρακτηρίσει το φαινόμενο εξάρτησης ως «κανονιστική ομηρία», στην οποία κρατούν το κράτος οι επιχειρήσεις. Οι προβολείς της δημοσιότητας εστιάζονται στον ίδιο φαύλο κύκλο κάθε φορά που ξεσπάει ένα καινούριο σκάνδαλο: Stalinon (1957), θαλιδομίδη (1962), Distilbène (1977), Prozac (1994), Cérivastantine (2001), Vioxx (2004)… Κάθε φορά που τα δικαστήρια κλήθηκαν να εξετάσουν αυτά τα κύματα «ανθρωποκτονιών εξ αμελείας», το ζήτημα της ανεξαρτησίας των κλινικών δοκιμών ξανάκανε την εμφάνισή του. Κι όμως, οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν δεν αμφισβήτησαν ποτέ το καθεστώς της εμπορικής ιδιοκτησίας του φαρμάκου.
Η πηγή του προβλήματος εστιάζεται στη φύση του οικονομικού συστήματος, η οποία δεν είναι περισσότερο ηθική όσον αφορά το φάρμακο απ’ ό,τι είναι στους τομείς του πετρελαίου ή των καλλυντικών. Όχι μόνο γιατί τα ηνία βρίσκονται στα χέρια των ίδιων μετόχων (μετά την πρόσφατη αποχώρηση της Total από το μετοχικό κεφάλαιο της Sanofi, απέμεινε ως βασικός της μέτοχος η L’Oréal). Όσο τα φάρμακα θα αποτελούν πηγή κέρδους, θα εξακολουθήσει να υφίσταται ο παλιός ανταγωνισμός μεταξύ αξίας χρήσης και αξίας ανταλλαγής. Και το φάρμακο θα εξακολουθήσει να ξεφεύγει από τον έλεγχο, τόσο ολόκληρης της κοινωνίας, όσο και των κυρίως ενδιαφερόμενων: των γιατρών και των ασθενών.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ενός διδακτορικού διπλώματος κοινωνιολογίας. Διάρκεσε 4 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο συγγραφέας προσλήφθηκε σε διάφορες θέσεις: ασκούμενος στο τμήμα πωλήσεων της Sanofi, εργάτης στα εργοστάσια του ομίλου κ.λπ..
Για παράδειγμα, το διαμάντι έχει υψηλή αξία ανταλλαγής και χαμηλή αξία χρήσης, ενώ το νερό, παρόλη την υψηλή αξία χρήσης του έχει χαμηλή αξία ανταλλαγής.
Όλα τα ονόματα έχουν αλλαχθεί για τη διαφύλαξη της ανωνυμίας.
(Σ.τ.Μ.) Από το 1999, η κυβέρνηση Ζοσπέν καθιέρωσε εβδομάδα εργασίας 35 ωρών χωρίς μείωση μισθού, με αντάλλαγμα για τις επιχειρήσεις μεγαλύτερη ελαστικοποίηση της εργασίας, κυρίως με τον υπολογισμό του χρόνου εργασίας σε ετήσια βάση και την εβδομαδιαία κατανομή του ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης.
Bertrand Poirot-Delpech, «Le Monde», 1η Νοεμβρίου
Και ακόμα…
Ο άλλος εφιάλτης του Δαρβίνου
Μετικιλίνη ανίσχυρη όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με τον χρυσό σταφυλόκοκκο, υπερβακτήριο του Νέου Δελχί, βάκιλοι της φυματίωσης ή εντερόκοκκοι που γίνονται πλέον ανεξέλεγκτοι. Η αντίσταση των βακτηριδίων επεκτείνεται σε ολόκληρο τον πλανήτη και οι αιτίες αυτού του φαινομένου δεν είναι μόνον «φυσικές». Στον βαθμό που τα αντιβιοτικά χρησιμοποιούνται αλόγιστα -συχνά χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος, ακόμα κι ως μέσο για την ταχύτερη αύξηση της μυϊκής μάζας των ζώων που εκτρέφονται στις βιομηχανικού τύπου κτηνοτροφικές μονάδες- έχουν αρχίσει να χάνουν την αποτελεσματικότητά τους. Το φαινόμενο είναι γνωστό εδώ και πολύ καιρό: όταν ένας πληθυσμός βακτηρίων δέχεται ισχυρή δόση αντιβιοτικών, τα βακτήρια που διαθέτουν ορισμένα ιδιαίτερα γενετικά χαρακτηριστικά θα κατορθώσουν να επιβιώσουν και να μεταβιβάσουν στους απογόνους τους την ικανότητα αντίστασης.
Ήδη από το 1913, ο Πολ Έρλιχ υποστήριζε ότι οφείλουμε να καταφέρουμε ένα «πολύ σκληρό και δυνατό χτύπημα» στους παθογόνους μικροοργανισμούς, ειδάλλως αυτοί θα αναπτύξουν αντιστάσεις. Το 1928, ο Αλέξανδρος Φλέμινγκ εξηγούσε τον τρόπο με τον οποίο τα βακτήρια γίνονται αναίσθητα στην πενικιλίνη, όταν αυτά βρίσκονται αντιμέτωπα με μη ενδεδειγμένες θεραπευτικές αγωγές που στηρίζονται σε αυτό το φάρμακο (με υπερβολικά σύντομη διάρκεια ή με υπερβολικά μικρή δόση). Τη δεκαετία του 1950, ο λοιμωξιολόγος Μάξγουελ Φίνλαντ εστίασε την κριτική του στη συνταγογράφηση των αντιβιοτικών και στις πρακτικές, τόσο της φαρμακευτικής βιομηχανίας, όσο και των γιατρών. Έκτοτε, αυτός ο μηχανισμός φυσικής επιλογής που περιέγραψε ο Δαρβίνος, έχει λάβει δραματικές διαστάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ο αριθμός των θανάτων που οφείλεται στην ανθεκτικότητα των βακτηρίων ξεπερνάει το άθροισμα των θανάτων από το AIDS και τις ανθρωποκτονίες.
Ο πολιτικός κόσμος άρχισε να ενδιαφέρεται σοβαρά για το ζήτημα με καθυστέρηση αρκετών δεκαετιών. Για πρώτη φορά το 1998, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) θεώρησε ότι η καταπολέμηση της ανθεκτικότητας αυτής αποτελεί μια από τις προτεραιότητές του. Πολλές χώρες υλοποιούν το δικό τους πρόγραμμα δράσης. Στη Γαλλία, μια εκστρατεία ευαισθητοποίησης βασισμένη σε ένα σλόγκαν με ευρηματική ομοιοκαταληξία «Les antiobiotiques, c’est pas automatique» («Τα αντιβιοτικά δεν δρουν αυτόματα»), κατέστησε δυνατή τη μείωση της κατανάλωσης αντιβιοτικών… για όσο διάστημα διάρκεσε η εν λόγω εκστρατεία.
Καθώς δεν θέλουν να ρισκάρουν, αλλά και συχνά κάτω από την πίεση των ασθενών τους, πολλοί γιατροί συνεχίζουν να συνταγογραφούν αντιβιοτικά, παρά το γεγονός ότι η ασθένεια με την οποία βρίσκονται αντιμέτωποι δεν οφείλεται σε βακτήρια. Βρισκόμαστε, έτσι, μπροστά στην ιατρική πλευρά ενός πολύ πιο κλασικού οικονομικού προβλήματος, του φαινομένου της υπερπαραγωγής: καθώς κάθε φαρμακευτική εταιρεία προσπαθεί να πουλήσει ολοένα περισσότερα αντιβιοτικά, εντείνει έναν παγκόσμιο κίνδυνο ο οποίος αγνοεί τα σύνορα.