Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Απολαυστικός Στ. Κασιμάτης για μία οιονεί συνέχεια της «αστακομακαρονάδας»


Μία οιονεί συνέχεια της «αστακομακαρονάδας»
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
Για να μην σας κουράσω με πολυλογίες, συνοψίζω όσα κατάλαβα από τη συζήτηση των προγραμματικών στη Βουλή: η κυβέρνηση παίρνει περισσότερα μέτρα για έναν μικρότερο δημοσιονομικό στόχο. Αυτό είναι, λοιπόν, το κόστος των επτά μηνών της πρώτης φοράς Αριστερά: πληρώνουμε ακριβότερα, όχι για το ίδιο πράγμα που μπορούσαμε να είχαμε αποκτήσει νωρίτερα και με λιγότερο κόστος, αν δεν είχαμε κάνει εκλογές, αλλά για κάτι ακόμη πιο μικρό, που θα έρθει ακόμη πιο αργά.
Είναι φυσικό να έχουμε καταλήξει έτσι, πέραν όλων των άλλων και επειδή η αποστροφή για τον κοινό νου και η ανεπάρκεια πρακτικού πνεύματος είναι βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής –δηλαδή της κατεστημένης και καλομαθημένης– Αριστεράς. Τους πληγώνουν οι αδικίες της ζωής και οι ανισότητες, γι’ αυτό και ξοδεύουν τον χρόνο τους σχεδιάζοντας με τον νου τους την «τελειοτέρα κοινωνία», που λέει ο Καβάφης, όπου όλοι θα είναι ευτυχισμένοι για πάντα. Μόλις όμως τους βάλεις να καταπιαστούν με ένα άμεσο, πραγματικό πρόβλημα των ανθρώπων, αξιοποιώντας τα υπάρχοντα μέσα, εκεί ή μένουν άπρακτοι ή τα θαλασσώνουν. Δείτε, λ.χ., τα 251 κλειστά σχολεία και τις κενές θέσεις διδασκόντων. Δείτε, επίσης, πως επί πρώτης φοράς Αριστερά –με υπουργό εκείνο τον ανεκδιήγητο– μειώθηκαν οι έλεγχοι στη λεγόμενη «λίστα Λαγκάρντ». Σε κάποιες περιπτώσεις, ας μην κρυβόμαστε, είναι καθαρά θέμα τεμπελιάς. Σε άλλες, είναι θέμα φόβου για το άγνωστο, για το καινούργιο: τη δουλειά. Σε ορισμένες άλλες, όπως του Αρ. Μπαλτά, είναι η ενσυνείδητη στάση της αποστασιοποίησης από την πραγματικότητα, προς χάριν της ιδεολογικής ταυτότητας και της γνησιότητάς της.
Δεν ακούγεται πολύ ελκυστικό όλο αυτό, αλλά το επιλέξαμε με την ψήφο μας· δηλαδή, αυτό θέλαμε. Προφανώς μας αξίζει, διότι ανεξαρτήτως της πολιτικώς ορθής κλάψας (ότι δήθεν δεν μας αξίζει αυτό που μας έχει τύχει, κ.λπ.), αυτή είναι η δημοκρατία: παίρνεις ό,τι ακριβώς αξίζει η επιλογή των πολλών. Επίσης, όμως, μας ταιριάζει κιόλας. Διότι ως Ελληνες επαιρόμαστε για τη γενναιοδωρία μας ή, σε σωστότερα ελληνικά, για το κιμπαριλίκι μας. Είμαστε λαρτζ και περήφανοι. Ψωνίζουμε και δεν ρωτάμε πόσο κάνει αυτό που διαλέξαμε. (Μήπως χρειάζεται; Θα μας πουν στο ταμείο.) Συνεπώς, αφού θα το ζήσουμε, ας το δούμε με θετική διάθεση και ας πούμε ότι είναι μια οιονεί συνέχεια της αλησμόνητης Εποχής της Αστακομακαρονάδας...
Οπως η Βίσση
Κάπου πρόσεξα μια δήλωση του χοροπηδηχτού αγορίνου, με την οποία ενημερώνει τυχόν ενδιαφερομένους ότι παραμένει «πολιτικά ενεργός στην Ελλάδα», παρότι εξακολουθεί να λέει ότι θα φτιάξει πανευρωπαϊκή κίνηση. Υπό μία έννοια, η επαγγελματική πορεία του αγορίνου είναι ανάλογη εκείνης που είχε η Αννα Βίσση, η οποία, θυμίζω, μόλις είχε περάσει το απόγειο της δόξας της στην Ελλάδα, ανοίχτηκε για να κατακτήσει και την Αμερική· επέστρεψε όμως, για να το πω γλυκά, χωρίς να έχει κατακτήσει την Αμερική.
Παρομοίως συνέβη και με τον αγορίνο. Η έξωσή του από την κυβέρνηση και οι ανύπαρκτες δυνατότητες στο εσωτερικό, τον οδήγησαν να προσπαθήσει να χωθεί στον κύκλο των οικονομολόγων του Κόρμπιν. Με την πρόσβαση που έχει στα βρετανικά ΜΜΕ έδωσε πολλές συνεντεύξεις, στις οποίες εμμέσως εκδήλωνε ενδιαφέρον για το πείραμα της ηγεσίας Κόρμπιν, ελπίζοντας ενδεχομένως σε μια πρόσκληση. Τι να τον κάνει όμως ο Κόρμπιν; Η Βρετανία δεν είναι στην Ευρωζώνη, ενώ ο αγορίνος έγινε διάσημος ως ο Guy Fawkes του ευρώ, ο άνθρωπος που επεχείρησε να το τινάξει στον αέρα. Οσο για οικονομολόγο ο οποίος να χορεύει και να ακκίζεται μπροστά στον καθρέπτη, προφανώς ο Κόρμπιν δεν είχε ανάγκη. Ετσι, ο νέος ηγέτης των Εργατικών μάζεψε από τα βρετανικά πανεπιστήμια μια ομάδα οικονομολόγων, ως επί το πλείστον με εξωτικά ονόματα, πρόσθεσε τον (πάντα διαθέσιμο...) Στίγκλιτς και τον σταρ Τομά Πικετί και έκλεισε τη σύνθεση του επιτελείου του.
Ολα αυτά σημαίνουν ότι πλέον η μόνη διέξοδος προς τη δημοσιότητα για τον χοροπηδηχτό αγορίνο περνά μέσα από την αντιπολίτευση στον Τσίπρα.
Περί στατιστικής
Ακούω πολλούς να απορούν για το γεγονός ότι πέρυσι πουλήθηκαν στη Ρωσία 400.000 μπαστούνια ή ρόπαλα του μπέιζμπολ (αν θυμάστε την ταινία, σαν αυτό με το οποίο ο Τζο Πέσι, στο «Goodfellas» του Σκορτσέζε, πολτοποιεί έναν συνάδελφό του με τον οποίον φαίνεται ότι είχε σοβαρές διαφορές...), ενώ το ίδιο διάστημα πουλήθηκε μόνον ένα μπαλάκι του μπέιζμπολ. Η απορία τους οφείλεται σε ένα μεθοδολογικό σφάλμα. Συσχετίζουν τα ρόπαλα με τα μπαλάκια, ενώ το σωστό θα ήταν να τα συσχετίσουν με τα ιατρικά περιστατικά σπασμένων κεφαλιών, στοιχεία τα οποία φαντάζομαι θα υπάρχουν στα ρωσικά νοσοκομεία...
Νέα λέξη
Μετά τις προγραμματικές, έχω πεισθεί πλέον ότι η πολιτική ορολογία μας εμπλουτίσθηκε με έναν νέο όρο. Πρόκειται για τον πολιτικώς ορθό ευφημισμό «διεθνοποίηση», που σημαίνει «ξεφτίλα». Προσέξτε πως η γραμμή στην κυβέρνηση είναι να παρουσιάζεται το επτάμηνο της απραξίας και του φλερτ με τη ρήξη ως «διεθνοποίηση» του ελληνικού προβλήματος, ενώ στην πραγματικότητα η διεθνοποίηση ήταν το παρεπόμενο του απίστευτου διασυρμού. Μπορούμε λοιπόν –σας προτρέπω– να χρησιμοποιούμε εφεξής τον ωραίο αυτό ευφημισμό και εκτός του γλωσσικού πεδίου της πολιτικής. Να ένα παράδειγμα που σκέπτομαι: «Σου άρεσε το ζεϊμπέκικο που χόρεψα;», η ερώτηση. «Πολύ, αλλά εκεί που έφαγες τη σαβούρδα και σωριάστηκες το διεθνοποίησες πολύ...»


(Στην φωτογραφία : Τι συμβαίνει εδώ: Είτε πέρασε το χεράκι της Θεοδώρας «Λουμπουτέν» Τζάκρη για άγνωστο είδος πάστας και το μυρίζει, ώστε να δει αν του αρέσει, είτε έχει μόλις φάει την πάστα του και τώρα σκουπίζεται. Ομως, να εκφράζει διά χειροφιλήματος τον θαυμασμό και τον σεβασμό του στην υφυπουργό το αποκλείω παντελώς, διότι στην περίπτωση αυτή θα είχε σηκωθεί όρθιος. Αξιοσημείωτη η έκπληξη (ουγκ!) του παρά τω προέδρω καθημένου βουλευτού...)