Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Άρθρο για το δίδαγμα της διαγραφής του γερμανικού χρέους


Το δίδαγμα της διαγραφής του γερμανικού χρέους
TIMOTHY W. GUINNANE
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
Η ελληνική κρίση χρέους έχει πυροδοτήσει εκτενείς αναφορές στη Συμφωνία του Λονδίνου για το γερμανικό χρέος. Υπογράφηκε το 1953 και έδωσε τέλος σε μια μακρά περίοδο αθέτησης πληρωμών από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της Γερμανίας.
Το συνολικό χρέος της Γερμανίας μειώθηκε κατά το ήμισυ. Ο,τι απέμεινε αναθεωρήθηκε και συνδέθηκε με τα έσοδα της χώρας από τις εξαγωγές. Ενα από τα παιχνίδια τραγικής ειρωνείας στην ιστορία είναι πως η Ελλάδα ήταν από τις πιστώτριες χώρες που υπέγραψαν τη Συμφωνία του Λονδίνου για την ελάφρυνση του γερμανικού χρέους. Ο τ. πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας, υποστήριξε πως η Γερμανία οφείλει να εκτιμήσει τη θέση της Ελλάδας το 1953 και να προσφέρει σήμερα ανάλογη διαγραφή χρέους στην Ελλάδα. Ομως, τα κομματικά στελέχη της Γερμανίας και της Ελλάδας έχουν παρερμηνεύσει το περιεχόμενο της Συμφωνίας του Λονδίνου και κατά συνέπεια τα κίνητρα των πιστωτών το 1953. Αυτό το ιστορικό συμβάν μπορεί να προσφέρει ένα σημαντικό δίδαγμα μόνον εάν κατανοηθεί σωστά. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ή Δυτική Γερμανία, γεννήθηκε το 1949 ως μια κατεχόμενη χώρα με περιορισμένη εθνική ανεξαρτησία. Οι συμμαχικές δυνάμεις της Δύσης –η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ– είχαν υποσχεθεί την παράδοση της πλήρους ανεξαρτησίας υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, να κλείσει το ζήτημα του εξωτερικού χρέους.
Η Συμφωνία του Λονδίνου εμπεριείχε δύο σκέλη. Κατ’ αρχάς, οι ξένες κυβερνήσεις συμφώνησαν στη μείωση των χρημάτων που τους χρωστούσαν οι Γερμανοί από τα προγράμματα στήριξης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπεριλαμβανομένου του Σχεδίου Μάρσαλ των ΗΠΑ. Αυτό το σκέλος της συμφωνίας ήταν απλό, διότι τα χρέη αυτά δεν είχαν χορηγηθεί σε διαφορετικά νομίσματα, ούτε ήταν βεβαρημένα από επιτόκια, ενώ οι εμπλεκόμενοι ήταν μόνο τέσσερις κυβερνήσεις. Το υπόλοιπο χρέος προερχόταν από δάνεια προ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ήταν ένα αρκετά περίπλοκο ζήτημα. Το μεγαλύτερο κομμάτι ήταν τίτλοι που είχαν εκδοθεί από κρατικές οντότητες της Γερμανίας και είχαν αγοραστεί από ιδιώτες επενδυτές. Ενα άλλο κομμάτι ήταν δάνεια των γερμανικών εταιρειών. Περιλαμβανόταν και το Σχέδιο Ντοζ του 1924, ένα δάνειο και δεν είχε εξυπηρετηθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Οι έντοκες υποχρεώσεις είχαν συσσωρευτεί τόσο που ήταν, σχεδόν, όσες το κεφάλαιο. Επιπροσθέτως, αυτό το κομμάτι του χρέους είχε εκδοθεί σε διαφορετικά νομίσματα, πολλά εκ των οποίων είχαν υποτιμηθεί τόσο που η αποπληρωμή τους τη δεκαετία του ’50 θα κάλυπτε τελικά ένα πολύ μικρό μέρος τους. Πέραν όλων, όμως, οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν αποδεχθεί την ιστορική βαρύτητα της γερμανικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία. Την ίδια στιγμή, ο κύριος διαπραγματευτής της Γερμανίας στο Λονδίνο, Χέρμαν Αμπς, επέμενε πως ως υπόβαθρο σε μια συμφωνία θα έπρεπε να ήταν η αδυναμία της Γερμανίας να παράγει έσοδα από τις εξαγωγές της. Επίσης, η Γερμανία είχε τη δυνατότητα να ζητήσει τη ματαίωση των καταβολών από τα έσοδα των εξαγωγών εάν οι πιέσεις ήταν ασφυκτικές για την οικονομία.
Η Συμφωνία του Λονδίνου αποτελεί ένα πολύ σημαντικό δίδαγμα για τη σημερινή κρίση. Τότε οι διαπραγματευτές εκπροσωπούσαν χώρες που μόλις είχαν θάψει εκατομμύρια συμπολίτες τους από έναν βάρβαρο πόλεμο, που είχε προκαλέσει η χώρα που της παρείχαν τα δάνεια για την ανοικοδόμησή της. Η συμφωνία, όμως, βασίστηκε σε μια εξαιρετικά ψυχρή πραγματικότητα, που εξόργισε αρκετούς επενδυτές του ιδιωτικού τομέα. Οι διαπραγματεύσεις απείχαν από την εθνική μυθοπλασία και την ιστορική πικρία που διακρίνουν τις σημερινές συζητήσεις. Οι Ελληνες πολιτικοί έχουν αποπειραθεί να στριμώξουν τους Γερμανούς με το παρελθόν και οι Γερμανοί δεν κρύβουν την περιφρόνησή τους για το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας. Η Συμφωνία του Λονδίνου, από την άλλη πλευρά, στηρίχθηκε σε ένα ρεαλισμό. Ανάλογος ρεαλισμός είναι απαραίτητος και σήμερα, προκειμένου να υπάρξει μια λογική λύση στα σημερινά προβλήματα της Ελλάδας.

* Ο κ. Τimothy W. Guinnane είναι καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Voxeu.org.