Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

Ιστορικό άρθρο περί δικτατορίας και διεθνούς κοινότητας


Η δικτατορία και η διεθνής κοινότητα
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Η επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα την 21η Απριλίου 1967 σίγουρα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί πρωτοφανές γεγονός είτε σε παγκόσμια κλίμακα είτε σε ελλαδικό επίπεδο.
Πράγματι, οι στρατιωτικές κυβερνήσεις δεν αποτελούσαν άγνωστο φαινόμενο στο διεθνές στερέωμα, καθώς τη χρονιά που οι συνταγματάρχες διενήργησαν το πραξικόπημα και επέβαλλαν το αντιδημοκρατικό καθεστώς τους, πολλές άλλες χώρες διατελούσαν υπό δικτατορικές διοικήσεις. Είναι, εξάλλου, ευρέως γνωστό το γεγονός ότι από την πολιτική εξουσία του σύγχρονου ελληνικού κράτους παρήλασαν ουκ ολίγα στρατιωτικά καθεστώτα.
Πάραυτα, τα νέα του πραξικοπήματος έκαναν γρήγορα τον γύρο του κόσμου, καθώς αναμεταδόθηκαν σε κάθε γωνιά από την Ουάσιγκτον έως το Σίδνεϊ κι από το Λονδίνο έως το Ναϊρόμπι. Η παγκοσμιοποίηση της πληροφόρησης, που είχε ήδη ξεκινήσει, έπαιξε αναντίρρητο ρόλο. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι παρόμοιες ειδήσεις όπως λ.χ. η επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας το 1971 στη γείτονα Τουρκία, μέλος της δυτικής συμμαχίας με εφάμιλλη εάν όχι μεγαλύτερη στρατιωτική σημασία, δεν συμπεριλήφθηκαν στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου. Υπάρχουν φυσικά πολλοί λόγοι –συμπεριλαμβανομένης της εκτεταμένης απήχησης των ιδεωδών της κλασικής Ελλάδας, της εξοικείωσης ήδη πολλών εκατομμυρίων τουριστών με τη χώρα, της αναμετάδοσης πληροφοριών που ανέφεραν τη διεξαγωγή φρικτών βασανιστηρίων και της ισχυρής διασπορικής αντιπροσώπευσης της χώρας σε όλο τον κόσμο– για τους οποίους τα νέα της Ελλάδας προκάλεσαν παγκόσμιο ενδιαφέρον. Εκείνο που αξίζει να τονιστεί είναι ότι η πρόκληση τόσο έντονου ενδιαφέροντος για τα εσωτερικά τεκταινόμενα της χώρας, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις εξωτερικές σχέσεις του καθεστώτος, ιδιαίτερα κατά τη μεταγενέστερη φάση, καθώς οι πρώτες αντιδράσεις ήταν αρκετά αμήχανες. Είναι επίσης άξιο μνείας ότι κατά κανόνα οι διεθνείς οργανισμοί, εξαιρουμένων του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ, αντιτέθηκαν ηχηρά στο αντιδημοκρατικό καθεστώς που επιβλήθηκε στην Ελλάδα την ίδια στιγμή που οι σκληροπυρηνικές χώρες-μέλη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας επιδείκνυαν καθαρά μεγαλύτερη ανοχή σε σχέση με τις παραδοσιακά πιο μετριοπαθείς χώρες.
Παρά τις μετέπειτα διαφοροποιήσεις στην επίσημη στάση των διάφορων χωρών και οργανισμών απέναντι στο καθεστώς, αρχικά όλοι εξέφρασαν μεγάλη έκπληξη για τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Φυσικά όλοι γνώριζαν τις εσωτερικές αναταραχές κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων, αλλά η ανακοίνωση της διενέργειας εκλογών στο τέλος του Μάη 1967 καθώς και οι φήμες περί σχεδίου για την ανατροπή του πολιτικού καθεστώτος από ανώτερους αξιωματικούς με τις ευλογίες του στέμματος, φάνηκαν να προϊδεάζουν για εξελίξεις που δεν ενείχαν αναφορές στον σχετικά χαμηλόβαθμο συνωμοτικό κύκλο των συνταγματαρχών. Συνεπώς, η παραβίαση του πολιτικού συστήματος και η κατάλυση των θεσμών από μια ομάδα χαμηλόβαθμων στρατιωτικών στελεχών ξάφνιασαν τον διεθνή πολιτικό κόσμο.
Η στάση των μεγάλων χωρών της Δύσης
Οι περισσότερες κυβερνήσεις «πάγωσαν» τις σχέσεις τους με τη νέα ηγεσία της Ελλάδας για αρκετές εβδομάδες προκειμένου να αξιολογήσουν τις νέες συνθήκες. Οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία –παραδοσιακοί σύμμαχοι της Ελλάδας– έκαναν γνωστή την ανησυχία τους για τον αντιδημοκρατικό τρόπο ανάληψης της εξουσίας από τους συνταγματάρχες, αλλά απέφυγαν να τους καυτηριάσουν. Δημόσια διαλαλούσαν ότι επειδή δεν γνώριζαν τις πραγματικές διαθέσεις τους, δεν θεωρούσαν σκόπιμο να προβούν σε πιο δραστικές πράξεις.
Επίσης συχνά ισχυρίζονταν ότι η διατήρηση στενών επαφών με την Ελλάδα τους παρείχε τη δυνατότητα να ασκούν επιρροή στο καθεστώς ώστε να παρακινήσουν τον ταχύ εκδημοκρατισμό του. Αλλωστε, όπως τόνισαν συχνά Βρετανοί αξιωματούχοι, ήταν σύνηθες να έχουν ομαλές σχέσεις με χώρες άσχετα από την πολιτική χροιά των κυβερνήσεών τους. Παράλληλα, οι συνταγματάρχες τους διαβεβαίωναν ότι το καθεστώς τους αποτελούσε μια παρένθεση και ότι σκόπευαν να ανακοινώσουν τη διεξαγωγή εκλογών σύντομα. Η ανάθεση της πρωθυπουργίας σε πρώην ανώτατο δικαστή εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό του καθησυχασμού της κοινής γνώμης.
Ενώ στα παρασκήνια ο σκεπτικισμός των δυτικών χωρών έναντι του καθεστώτος ήταν διάχυτος, μία σειρά στρατιωτικών πρωτίστως παραγόντων αλλά και οικονομικών παραμέτρων τους συγκρατούσε από να εκφράσουν ανοιχτά τις αληθινές σκέψεις τους. Η στρατηγική σημασία της Ελλάδας στη Μεσόγειο αποτελούσε άλλωστε ίσως τον πιο διαχρονικά βαρυσήμαντο παράγοντα στις σχέσεις της με τα μεγάλα δυτικά κράτη. Οι ταυτόχρονες ανακατατάξεις που συντελούνταν στην ευρύτερη περιοχή στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, όπως η σημαντική ενίσχυση του σοβιετικού στόλου εντός της Μεσογείου, καθώς και οι διάφορες ενδoσυμμαχικές αναταραχές, κυρίως προκαλούμενες από τις φυγόκεντρες τάσεις της Γαλλίας, δεν επέτρεπαν πολλά περιθώρια για τους δυτικούς συμμάχους να αποξενώσουν την Ελλάδα, διακυβεύοντας ως αποτέλεσμα περαιτέρω τη συνοχή του δυτικού άξονα. Οι χώρες του Ανατολικού μπλοκ, όπως ήταν αναμενόμενο, δυσπιστούσαν και καυτηρίαζαν τη Δύση για τη διπρόσωπη πολιτική της.
Οι διεθνείς οργανισμοί
Η καίρια γεωστρατηγική συμβολή της Ελλάδας δεν άργησε να τονιστεί εκ νέου στις αρχές Ιουνίου όταν ξέσπασε η αραβοϊσραηλινή σύρραξη των Εξι Ημερών. Οι συνταγματάρχες άδραξαν την ευκαιρία προσφέροντας απρόσκοπτη πρόσβαση στις βάσεις της χώρας προκειμένου να αποσπάσουν πιο ευνοϊκή αντιμετώπιση από τους συμμάχους, και τα κατάφεραν. Πράγματι, η συγκυρία αυτή και η ένθερμη συνεισφορά της Ελλάδας αποτέλεσε μοχλό ομαλοποίησης των σχέσεών της με τη Δύση. Κατά συνέπεια, όχι μόνο η Δύση ανανέωσε τους παραδοσιακά ισχυρούς δεσμούς της με την Ελλάδα, αλλά φρόντισε να μην διαταραχθούν κι αυτοί που τη συνέδεαν με διεθνείς οργανισμούς και κατά κύριο λόγο με το ΝΑΤΟ, στους κόλπους του οποίου αναπτύχθηκαν αρκετά ισχυρές πιέσεις για την αποπομπή της Ελλάδας εξαιτίας της στρατιωτικής διακυβέρνησής της. Πιο συγκεκριμένα, ορισμένα κράτη-μέλη, με πρωταγωνιστές τις σκανδιναβικές χώρες, θεώρησαν οξύμωρη την συνεργασία της Συμμαχίας, καθότι η ελληνική στρατιωτική κυβέρνηση εναντιωνόταν στις βασικές αρχές που συμπεριλαμβάνονταν στο προοίμιο της Συνθήκης του ΝΑΤΟ, όπως τη διαφύλαξη της δημοκρατίας που αναγραφόταν και στο Αρθρο 2. Η εναντίωσή τους δεν φάνηκε να κάμπτεται από τους ισχυρισμούς ότι και άλλα κράτη-μέλη, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, είχαν δικτατορικές κυβερνήσεις, επιβεβαιώνοντας κατά αυτό τον τρόπο την ξεχωριστή συμβολική σημασία της Ελλάδας.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα οργανισμών που υιοθέτησαν πολεμική στάση απέναντι στο καθεστώς ήταν ο Διεθνής Οργανισμός Νομικών, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και η Σοσιαλιστική Διεθνής. Σε αντίθεση με τη μη δεσμευτική φύση της δράσης αυτών των μη κυβερνητικών οργανισμών, οι κύριοι διεθνείς κυβερνητικοί οργανισμοί, με εξαίρεση τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας, ο οποίος κατέκρινε το καθεστώς αδυσώπητα, τήρησαν μια σχετικά επιφυλακτική στάση. Πιο συγκεκριμένα, ο ΟΗΕ εξέφρασε την ευχή να αποκατασταθούν οι δημοκρατικοί θεσμοί στην Ελλάδα εν τάχει, αλλά δεν φάνηκε διατεθειμένος να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της ελληνικής συμμετοχής είτε επειδή βρισκόταν υπό την επιρροή ψυχροπολεμικών πιέσεων είτε επειδή την εποχή εκείνη αναλωνόταν κυρίως με θέματα αντι-αποικιοκρατίας και φυλετικών διακρίσεων. Η ΕΟΚ από την άλλη πλευρά, η οποία τελούσε υπό σχετικά πιο περιορισμένη επιρροή από τις ΗΠΑ, ενώ πάγωσε τη Συμφωνία Σύνδεσης της με την Ελλάδα, δεν διέθετε μοχλούς ικανούς να επηρεάσει περαιτέρω τις εξελίξεις. Ακόμη και στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία σημειωτέον αντιμετώπιζε ένα τέτοιο δίλημμα για πρώτη φορά και διήνυε μία από τις πιο σοβαρές υπαρξιακές της φάσεις, αρχικά εκφράστηκαν πολλοί δισταγμοί για την ανάληψη οποιασδήποτε δράσης.
Το ευρωπαϊκό υπόδειγμα και η στάση των Σκανδιναβών
Καθαρά πιο ρηξικέλευθη και δραστική ήταν η στάση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αφού δημοσιοποίησε τη στάση του αμέσως μετά την επιβολή του καθεστώτος με την έγκριση της απόφασης 256 στις 26 Απριλίου, δεν έχασε ευκαιρία να το προειδοποιήσει για τις πιθανές επιπτώσεις που οι αυταρχικές του πρακτικές θα μπορούσαν να προκαλέσουν. Η αρχική αμηχανία μετατράπηκε γοργά σε αποφασιστικότητα να υπερασπιστεί ηχηρά τις βασικές αξίες τις οποίες πρέσβευε, κυρίως ως αποτέλεσμα των ασυμβίβαστων παροτρύνσεων των σκανδιναβικών χωρών, με πρωτεργάτες τη Δανία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία, οι οποίες από τον Σεπτέμβριο του 1967 αγωνίστηκαν αδυσώπητα να εξοστρακίσουν την Ελλάδα από το Συμβούλιο. Οι Κάτω Χώρες και η Ιταλία ακολούθησαν το παράδειγμά τους οσονούπω.
Από την αρχή της δικτατορίας, οι σκανδιναβικές χώρες δεν δίστασαν να κάνουν βαρύγδουπες και καυστικές ανακοινώσεις και προσπάθησαν να περιορίσουν τις επαφές τους όσο το δυνατόν περισσότερο. Αυτή η στάση απέρρεε από την ενσωμάτωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην επίσημη πολιτική τους ατζέντα, αντικατοπτρίζοντας έτσι τα ιστορικά, ηθικά, φιλοσοφικά και εθνικά ενδιαφέροντά τους από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κι έπειτα. Παρότι θεώρησαν ότι πριν παγιωθεί και αποσαφηνισθεί η κατάσταση, ήταν φρόνιμο να μη διακόψουν παντελώς τις διπλωματικές τους σχέσεις, δεν υπέκυψαν στους εκβιασμούς που υπέστησαν από τους Συνταγματάρχες για την πλήρη αποκατάστασή τους.
Ενας άλλος παράγοντας ο οποίος γαλβάνισε επιπλέον τη σκεπτικιστική στάση πολλών φιλελεύθερων κρατών ήταν η ανάδειξη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μιας παγκόσμιας εναλλακτικής κουλτούρας και ιδεολογίας. Ως αποτέλεσμα της μειωμένης έλξης του ψυχροπολεμικού κλίματος και της ανεξέλεγκτης διασποράς πυρηνικών όπλων, η ανάγκη προσέγγισης μεταξύ των δύο πόλων κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος στην Ευρώπη. Αξίες σαν την ελευθερία, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα ελάμβαναν ολοένα και πιο εξέχουσα θέση στο διεθνές στερέωμα την εποχή εκείνη και διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις και κινήματα άρχισαν να δραστηριοποιούνται ενεργά για τη θεσμοθέτηση της προστασίας τους. Η Διεθνής Αμνηστία, η οποία ιδρύθηκε στο Λονδίνο μόλις έξι χρόνια πριν, και της οποίας το κύρος εδραιώθηκε κατά μεγάλο βαθμό χάρη στον αγώνα της εναντίον της κατάλυσης των δημοκρατικών ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, αντέδρασε δυναμικά στο καθεστώς.
Συμπερασματικά, απ’ ό,τι διαφαίνεται από τη σύντομη αναφορά στις διεθνείς αντιδράσεις που ακολούθησαν την ανάληψη της εξουσίας από τους Συνταγματάρχες, οι χώρες με αίσθηση και παράδοση Realpolitik δεν ήταν διατεθειμένες να διαταράξουν την ομαλή διεξαγωγή των συναλλαγών τους με την Ελλάδα των Συνταγματαρχών. Επιπλέον, άσκησαν ισχυρές πιέσεις σε συμμάχους τους και σε διεθνή φόρα, προκειμένου να αποφευχθούν επιπλοκές στις σχέσεις τους που θα μπορούσαν να ενοχλήσουν και να απομακρύνουν τη νέα κυβέρνηση από τον δυτικό άξονα. Από την άλλη πλευρά, οι πιο φιλελεύθερες και μικρότερες χώρες, παρότι δεν διέκοψαν τις διπλωματικές τους επαφές, δεν έχαναν ευκαιρία να κρύψουν την αντιπάθεια και έντονη δυσαρέσκειά τους για την αυταρχική φύση του καθεστώτος. Σε γενικές γραμμές, όμως, οι διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας των Συνταγματαρχών διεξήχθησαν σχετικά ομαλά μέχρι το πέρας του πρώτου καλοκαιριού από την αναρρίχησή τους στην εξουσία.

* Η κ. Κωνσταντίνα Μαραγκού είναι Research Fellow και διδάσκουσα στο London School of
Economics.

(Στην φωτογραφία : Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου «ανακρίνει» τον υπουργό Εξωτερικών Π. Πιπινέλη, στο πλαίσιο της διαδικασίας τελικής αποπομπής της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, το 1969)