Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Ιστορικό άρθρο για τη δημιουργία της Κομινφόρμ


Η δημιουργία της Κομινφόρμ
Κύριος στόχος, ο έλεγχος της Μόσχας επί των κομμουνιστικών κομμάτων της Ανατολικής αλλά και της Δυτικής Ευρώπης
Του Γρηγόρη Ψαλλιδα
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr)
Η Κομινφόρμ ιδρύθηκε στις αρχές Οκτωβρίου του 1947 από τη συνδιάσκεψη ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων σε μια μικρή πόλη της Πολωνίας, τη Σκλάρσκα Πορέμπα.
Το Συντονιστικό Γραφείο Πληροφοριών των Κομμουνιστικών Κομμάτων, όπως ήταν το επίσημο όνομά της, με έδρα αρχικά το Βελιγράδι και στη συνέχεια το Βουκουρέστι, αποτελούσε ουσιαστικά μια νέα διεθνή οργάνωση πιο ευέλικτη και λειτουργική από την Κομμουνιστική Διεθνή, που σε ένδειξη καλής θέλησης του Στάλιν προς τους Δυτικούς συμμάχους του είχε αυτοδιαλυθεί στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1943.
Τόσο την ιδρυτική της διαδικασία όσο και την περαιτέρω διαμόρφωση της πολιτικής της Κομινφόρμ, μέχρι την αυτοδιάλυσή της το 1956, διαπέρασε καθοριστικά ο στόχος της διασφάλισης και κατοχύρωσης της σοβιετικής ηγεμονίας στην Ευρώπη της περιόδου μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της πρώτης φάσης του Ψυχρού Πολέμου. Ετσι, παρατηρήθηκε η εκδήλωση του ίδιου φαινομένου που είχε καθορίσει τη στρατηγική και τη δράση της προκατόχου της: η προσπάθεια υπαγωγής όλων των πολιτικών επιλογών, τόσο της ίδιας της διεθνούς οργάνωσης ως θεσμού όσο και των μεμονωμένων μελών της, στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής και κρατικής ασφάλειας.
Σε αυτό κατέτειναν αφενός η ευθεία -τελικά- απόρριψη των αμερικανικών, οικονομικά δελεαστικών, προτάσεων ανορθωτικής βοήθειας από το Σχέδιο Μάρσαλ και αφετέρου η ενίσχυση του ελέγχου της Μόσχας επί των σημαντικότερων δυτικών και εφ’ όλων των ανατολικών ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων. Για την επίτευξη αυτής της δεύτερης επιδίωξης, ήταν φανερό ότι η σταλινική ηγεσία επεφύλαξε για την Κομινφόρμ πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ιδρυτική συνδιάσκεψη με σταλινικές εντολές
Η εκπροσώπηση των ευρωπαϊκών Κ.Κ. στην ιδρυτική συνδιάσκεψη και η οργανική συμμετοχή τους στην Κομινφόρμ ήταν επιλεκτικά περιορισμένη. Προέρχονταν από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στις οποίες είχαν ήδη κατακτήσει την εξουσία και από χώρες της Δυτικής Ευρώπης, στις πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις των οποίων είχαν λάβει ενεργά μέρος μεταπολεμικά και θα μπορούσαν ενδεχομένως στη συνέχεια να διεκδικήσουν μέρος της κυβερνητικής εξουσίας. Ετσι παρευρέθησαν αντιπρόσωποι των Κ.Κ. από την ΕΣΣΔ, την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και από τη Γαλλία και την Ιταλία. Δεν συμμετείχαν -για διαφορετικούς, όμως, λόγους το καθένα- τα κόμματα της Ανατολικής Γερμανίας και της Αλβανίας, καθώς και της Ελλάδας.
Η Κομινφόρμ προέβη σε ανάλυση της διεθνούς πολιτικής κατάστασης, σύμφωνα με εισήγηση που παρουσίασε στην ιδρυτική της διαδικασία ο Ζντάνοφ, ιδεολογικός υπεύθυνος του ΚΚΣΕ και ένας από τους σημαντικότερους συνεργάτες του Στάλιν. Αυτός ανέλαβε να θεμελιώσει την απόρριψη του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ, παρουσιάζοντας τον μεταπολεμικό κόσμο διαιρεμένο σε δύο ανταγωνιστικούς συνασπισμούς: αυτόν του «επιθετικού ιμπεριαλισμού» υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και εκείνον του «φιλειρηνικού αντικαπιταλισμού και της δημοκρατίας» με πρωταγωνιστή την ΕΣΣΔ. Στο πλαίσιο αυτό παρότρυνε τους Γάλλους, Αγγλους, Ιταλούς και τους άλλους Δυτικούς Ευρωπαίους κομμουνιστές να αναλάβουν οι ίδιοι την «προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας» των χωρών τους που υποτίθεται ότι κινδύνευε. Οι παραινέσεις αυτές συνοδεύτηκαν από την άσκηση έντονων πιέσεων στα δύο ισχυρότερα δυτικοευρωπαϊκά Κ.Κ., στα οποία αποδόθηκαν «ρεβιζιονιστικές» και «λεγκαλιστικές» αποκλίσεις, ενώ τους καταλογίστηκε πολιτική «συμβιβασμού» με τους κρατικούς θεσμούς, τον καθολικισμό, τα αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των χωρών τους. Φαίνεται ότι για τη σταλινική ηγεσία η πολιτική αυτή ήταν ενδεδειγμένη για τις συμμαχίες της όταν επικρατούσαν οι συνθήκες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά τελείως παρωχημένη για τις συνθήκες έναρξης του Ψυχρού Πολέμου. Οι Ιταλοί κομμουνιστές, μάλιστα, επικρίθηκαν για την πολιτική τήρησης ίσων αποστάσεων από τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ και για την άρνησή τους να παραδεχθούν ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός στις μεταπολεμικές συνθήκες ήταν απειλητικότερος από τον φασισμό.
Το Σχέδιο Μάρσαλ
Η απώτερη επιδίωξη αυτής της κριτικής ήταν να ενταθεί περαιτέρω η προσπάθεια των Ιταλών και Γάλλων κομμουνιστών να περιορίσουν την απήχηση, που είχε αρχίσει να κερδίζει στην κοινή γνώμη των χωρών τους το Σχέδιο Μάρσαλ, και να παρεμποδίσουν ή να δυσχεράνουν την εφαρμογή του. Η πίεση που ασκήθηκε μέσω της Κομινφόρμ, απέφερε ορισμένα αποτελέσματα, καθώς στις μεγαλύτερες χώρες της δυτικής ηπειρωτικής Ευρώπης τα Κ.Κ. κλιμάκωσαν το φθινόπωρο του 1947 τις κινητοποιήσεις και τις απεργίες τους. Τις είχαν ήδη ξεκινήσει από τον Απρίλιο και τον Μάιο, όταν οι κομμουνιστές υπουργοί, κατόπιν αμερικανικής απαίτησης ως προϋπόθεση για την παροχή της οικονομικής βοήθειας, απεπέμφθησαν από τους κυβερνητικούς συνασπισμούς της Ιταλίας και της Γαλλίας. Ακολουθώντας όμως τις οδηγίες της Κομινφόρμ τα ίδια τα δυτικοευρωπαϊκά Κ.Κ. προκάλεσαν την απομόνωση και επέτειναν την περιθωριοποίησή τους από το πολιτικό σύστημα των χωρών τους, δηλαδή αυτό ακριβώς που επεδίωκαν οι υπερατλαντικοί εμπνευστές και φορείς του Σχεδίου Μάρσαλ.
Οταν ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών Μoλότoφ αρνήθηκε τελικά τη δελεαστική πρόταση του Σχεδίου Μάρσαλ, καθώς την εξέλαβε ως καπιταλιστική συνωμοσία με στόχο την υπαγωγή της ΕΣΣΔ και των συμμάχων της στην αμερικανική σφαίρα επιρροής, η Μόσχα υπέγραψε συμφωνίες οικονομικής συνεργασίας με όλα τα υπό κομμουνιστική κυριαρχία κράτη της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης - πλην της Ανατολικής Γερμανίας και της Αλβανίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εκτός από την εξασφάλιση πρώτων υλών για τη βαριά της βιομηχανία, είτε ως πολεμικές αποζημιώσεις είτε με προνομιακά χαμηλές τιμές, εγκαινιάστηκε το πλέγμα σχέσεων οικονομικής εξάρτησης των όμορων με τη Ρωσία κρατών, που πλαισίωνε και ενίσχυε περαιτέρω την πολιτική τους εξάρτηση από τη σταλινική ηγεσία. Αλλωστε οι περισσότεροι από τους Ανατολικοευρωπαίους κομμουνιστές χρωστούσαν την εξουσία τους, τις «επαναστάσεις από τα πάνω» και τις μονοκομματικές τους κυβερνήσεις στη διατήρηση ή και τη μερική μεταβίβαση του ελέγχου των χωρών τους από τον Κόκκινο Στρατό. Μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα αποτελούσε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1948 η Τσεχοσλοβακία.
Η «συγκατοίκηση» της Πράγας
Από το 1945 και για σχεδόν τρία χρόνια, η Τσεχοσλοβακία είχε την ιδιομορφία της «συγκατοίκησης» στην ανώτατη πολιτική της ηγεσία των Γκότβαλντ, Μπένες και Μάζαρικ, δηλαδή ενός κομμουνιστή πρωθυπουργού και δύο αστών πολιτικών ως προέδρου του κράτους και ως υπουργού Εξωτερικών αντίστοιχα. Και οι τρεις, μάλιστα, δεν απέκλειαν στην αρχή τη συζήτηση για την αποδοχή της οικονομικής βοήθειας του Σχεδίου Μάρσαλ. Η κυβέρνηση της Πράγας στηριζόταν κοινοβουλευτικά στη συνεργασία των κομμουνιστών, των φιλελευθέρων και των σοσιαλδημοκρατών, με τους πρώτους να αντιπροσωπεύουν το 38% των ψήφων του εκλογικού σώματος, το υψηλότερο δηλαδή ποσοστό που είχε κερδίσει ποτέ Κ.Κ. σε ελεύθερες εκλογές. Χαρακτηριστικό του πολιτικού κλίματος στη χώρα ήταν το ότι οι φιλοσοβιετικές διαθέσεις ήταν έντονες ακόμα και στα αστικά κόμματα, λόγω των ιστορικών παραδόσεων και εξαιτίας των αντιδυτικών προκαταλήψεών τους από τη σχετικά πρόσφατη τραυματική εμπειρία της Συμφωνίας του Μονάχου, το 1938.
Η απαρχή της ψυχροπολεμικής διχοτόμησης της Ευρώπης το 1947-1948, όμως, επέδρασε καταλυτικά στις εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους αστούς πολιτικούς της Τσεχοσλοβακίας. Οι πρώτοι δεν θέλησαν να έρθουν αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να αμφισβητηθεί η ισχύς τους από μείωση, όπως αναμενόταν, του ποσοστού των κομμουνιστικών ψήφων στις επερχόμενες εκλογές, ενώ οι δεύτεροι παρέλυσαν από την απειλή της επιστροφής των σοβιετικών στρατευμάτων στη χώρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, που εκδηλώθηκε με τη σύμπραξη κομμουνιστών και σοσιαλδημοκρατών και την εκδίωξη των αστικών κομμάτων από την κυβέρνηση, να εξελιχθεί τον Φεβρουάριο του 1948 σε πολιτικό.
Η Τσεχοσλοβακία έπαψε να αποτελεί αστική Δημοκρατία κλείνοντας το τελευταίο κενό που είχε απομείνει στη ζώνη γεωστρατηγικής θωράκισης της Σοβιετικής Ενωσης προς τη Δύση. Το πραξικόπημα της Πράγας θεωρείται ότι έδωσε την άμεση αφορμή να δημιουργηθεί ένα πρόπλασμα του ΝΑΤΟ, αφού δύο μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1948, αρκετές χώρες της Δύσης υπέγραψαν στις Βρυξέλλες αμυντική συμφωνία για την απόκρουση οποιασδήποτε απόπειρας βίαιης ανατροπής δημοκρατικών κυβερνήσεων.
Από το φθινόπωρο του 1947 μέχρι την άνοιξη του 1948 οι πολιτικές και αμυντικές συσσωματώσεις εντός των δύο υπό διαμόρφωση στρατοπέδων, όπως η ίδρυση της Κομινφόρμ και το Σύμφωνο των Βρυξελλών, αλλά και εξελίξεις όπως το πραξικόπημα της Πράγας και ο αποκλεισμός του Βερολίνου, έδειξαν ότι ο Ψυχρός Πόλεμος εκτός από την οικονομική του πλευρά, όπως αυτή είχε σχηματοποιηθεί παραστατικά από την απάντηση στο δίλημμα αποδοχής ή απόρριψης της προσφοράς του Σχεδίου Μάρσαλ, άρχισε να κλιμακώνεται ραγδαία αναδεικνύοντας και άλλες του διαστάσεις, που αφορούσαν απροσχημάτιστα τον γεωπολιτικό και στρατηγικό ανταγωνισμό στην Ευρώπη των δύο πόλων του μεταπολεμικού διεθνούς συστήματος.

* Ο κ. Γρηγόρης Ψαλλίδας είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.